Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Το βυζαντινό πολίτευμα και ο θεοστήρικτος χαρακτήρας του κράτους | Του Δημήτρη Δικαίου

Η Κωνσταντινούπολη πραγμάτωσε περισσότερο κι από τη Ρώμη, την έννοια πόλις-κόσμος. Το θεϊκό σχέδιο απέβλεπε: «μία ποίμνη υπό έναν ποιμένα». Αυτό προϋπέθετε τη διάδοση του Χριστιανισμού και στους εθνικούς˙ μία αυτοκρατορία στην οικουμένη, επομένως, μια τεράστια ιεραρχημένη οικογένεια λαών και ηγεμόνων με επικεφαλής το βυζαντινό αυτοκράτορα. 

εικ. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη συνοδεία του.

Ο νέος πολιτικός οργανισμός και ο θεοστήρικτος χαρακτήρας του κράτους

Στη διαμόρφωση του νέου πολιτικού οργανισμού, οι βυζαντινοί διατηρούν τη ρωμαϊκή κληρονομιά με την οποία, οι ιδιοκτησιακές αξιώσεις του δημοσίου καθίστανται απαράγραπτες και μπορεί να τις διεκδικεί από Αυγούστου καίσαρος. Οπότε, η άσκηση της εξουσίας του κράτους, η νομοθετική πρακτική και η οργάνωση της πολιτικής, στρατιωτικής, κεντρικής και επαρχιακής διοικήσεως, διέπονται από αυτήν.
            Επομένως, ο αυτοκράτορας του βυζαντίου συγκέντρωνε την εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία˙ ενώ θεωρούνταν πρόσωπο ιερό, εκλεγμένο με θεία επίνευση. Ως θεσμικός φορέας εξουσίας και διοίκησης, συνδέθηκε άμεσα με τη χρήση ρωμαϊκών αυτοκρατορικών τίτλων, όπως: δεσπότης, ειρηνικός˙ με επίσημα επίθετα, όπως: θριαμβευτής, ανίκητος˙ ιδιότητες που εξέφραζαν σαφώς την εγγύηση της ενότητας και της ασφάλειας σε όλη την βυζαντινή επικράτεια και προσέδιδαν, ένα άρωμα συνέχειας, εν προκειμένω, της «γηραιάς υπέρτατης πόλης της Ρώμης» και της αυτοκρατορικής ιδέας εις όλη τη βυζαντινή επικράτεια. Αργότερα, επίθετα προσδιορισμού με θεολογική χροιά όπως «εν Χριστώ τω θεώ, πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», περιόρισαν την παλαιά ρωμαϊκή αυτοκρατορική ομοίωση προς το θείο και το θεό ήλιο, αντίληψη που διαμορφώθηκε σταδιακά μετά τη δημιουργία των ελληνιστικών αντιλήψεων για το «θείο άνδρα», διαδεδομένη ήδη σε ευρεία στρώματα του βυζαντινού κόσμου˙ καθιερώνοντάς τον πλέον ως φορέα της θεϊκής εντολής, ως εκλεκτό του Θεού και τοποτηρητή του στη γη (βλ. εικόνα από το βυζαντινό κώδικα στην εκφώνηση, εις την οποίαν ο Ιωάννης Β’ Κομνηνός και ο υιός του Αλέξιος, στέφονται συναυτοκράτορες από το Χριστό).
Ωστόσο, η χριστιανική σκέψη και η σύνδεσή του με το Θεό, ενεργούσε και ως φραγμός στον συγκεντρωτικό και απολυταρχικό χαρακτήρα της αυτοκρατορικής εξουσίας. Ως επίγεια εικόνα του Δημιουργού, έπρεπε να ενεργεί κατά μίμησίν του και επιβαλλόταν να διέπεται αφενός: από φιλανθρωπίαν και να δρα κατ’ οικονομίαν στα όρια του καλλίτερου δυνατού˙ (το «κάτοπτρο ηγεμόνος» του βυζαντινού λόγιου του 14ου αι, Θωμά Μαγίστρου στην εκφώνηση, απευθυνόμενο στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα ως προς αυτό)˙ και αφετέρου, να ενστερνισθεί λαμπρά διδάγματα του αρχαιοελληνικού κόσμου με επίκεντρο την προστασία του ελεύθερου πολίτη.
            Επιπλέον, ο χριστιανισμός ενίσχυσε την ιδέα της οικουμενικότητας και, το θεοστήρικτο του βυζαντινού κράτους, θεμελίωσε, η αντιπροσώπευση του Θεού από τον βυζαντινό αυτοκράτορα. Πολυθεΐα και πολυαρχία εγκαταλείφθηκαν μπροστά στη μονοθεϊστική και μοναρχική αυτή αντίληψη και αντικαταστάθηκαν από ένα ομόδοξο περιβάλλον. Ως επίσημη θρησκεία, συνετέλεσε στη θεσμική οργάνωση του βυζαντίου, επιβάλλοντας συγκροτημένο τρόπο ζωής και ομογενοποίηση των πολιτών σε έναν πολυεθνικό και ποικιλώνυμο κόσμο.
            Συμπερασματικά, θα λέγαμε, πως μέσα από αυτό το ομόδοξο και ομόγλωσσο περιβάλλον (η ελληνική ως κοινή γλώσσα της αυτοκρατορίας, όπως προέγραψα στο πρώτο κεφάλαιο), η βυζαντινή πολιτεία ουσιαστικά ανέπλασε τη ρωμαϊκή σκέψη και παγίωσε, το ομότροπον, δηλαδή συγκρότησε συνειδητά και ουσιαστικά, ενιαία ανθρώπινη κοινότητα.


Το αυτοκρατορικό αξίωμα και οι εκλέκτορες: ο δρόμος προς αυτό

Το πιστά καθορισμένο τυπικό για την ανάδειξη του νέου αυτοκράτορα πραγματοποιούταν από δύο διαφορετικές διαδικασίες: την αναγόρευση και τη στέψη. Δια την πρώτη, εκλέκτορες αποτελούσαν, ο Στρατός (ο οποίος αργότερα μετετράπη και σε πηγή άξιων ανταπαιτητών του βασιλικού θρόνου, ένα δικαίωμα που αντλούσε από την παλαιά ρωμαϊκή παράδοση), η Σύγκλητος και ο λαός της Πόλης. Ενώ για τη θρησκευτική επικύρωση της αυτοκρατορικής εξουσίας, η στέψη ως δεύτερη διαδικασία, πραγματοποιείτο από τον πατριάρχη, κάτι που, διαπιστώθηκε για πρώτη φορά στα μέσα του 5ου αι. και καθιστούσε τον αυτοκράτορα, τοποτηρητή του Παντοδύναμου στη γη. Σταδιακά, η στέψη ως πράξη, ίσως να κατέληγε σε συστατικό στοιχείο της αυτοκρατορικής αναγορεύσεως, αν δεν είχαμε την επέμβαση των ξένων παραγόντων και τελικώς, την πτώση του κράτους που, η πίεσή των, προκάλεσε. Συστατικό στοιχείο αναγόρευσης, δεν αποτελούσε επίσης, η ύψωση του νεοεκλεγμένου αυτοκράτορα πάνω σε ασπίδα, ωστόσο, θύμιζε με συμβολικό τρόπο, τη στρατιωτική του καταγωγή και αποστολή. Έτσι λοιπόν, οι επευφημίες των τριών καθεστωτικών παραγόντων, της Συγκλήτου, του στρατού και των δήμων, αποτέλεσαν το μοναδικό συστατικό στοιχείο αναγόρευσης του βυζαντινού αυτοκράτορα, αντίθετα με τη στέψη, όπου στερείτο των νομικών εκείνων συνεπειών κατοχύρωσης του αυτοκρατορικού τίτλου. Επίσης, η λαϊκή βούληση πραγματοποιούνταν, είτε μαζί είτε χωριστά, καθώς η αναγόρευση, υλικό απαραίτητο για τη νομιμοποίηση της αυτοκρατορικής ιδιότητας, ελάμβανε χώρα οπουδήποτε: στο Παλάτι, στον Ιππόδρομο και σε περιπτώσεις επαναστάσεων, σε οποιαδήποτε επαρχία της αυτοκρατορίας ή στρατόπεδο. Σταδιακά, ωστόσο, η Σύγκλητος και ο δήμος, ως εκλέκτορες αποδυναμώθηκαν από τον 7ο αι. κι έπειτα.


Κράτος και Εκκλησία – σχέσεις αλληλεξάρτησης

Η πηγή της αυτοκρατορικής εξουσίας, υπήρξε διαρχική και αποτέλεσε, ζωτικό νόμο της αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας, ναι μεν, εκλεγόταν από το λαό, όμως κατά την εκλογή, δρούσε και αποκαλυπτόταν μέσω της θρησκευτικής επικύρωσης, η «θεία θέληση». Παράλληλα, ωστόσο, με την άσκηση των καθηκόντων του αυτοκράτορα από το ίδιο γεγονός της θείας μιμήσεως, επέζησαν και οι ρωμαϊκές αντιλήψεις περί «αρίστου» ηγεμόνα, εκλεκτού του λαού και δη, του στρατευμένου λαού που θα αποκαθιστούσε τα παλαιά σύνορα του ρωμαϊκού κράτους.
Σύμφωνα με τη αρχή της οικουμενικότητας του βυζαντίου, κάθε πόλεμος κατά της αυτοκρατορίας δήλωνε υπεξαίρεση κι ήταν αθέμιτος, ενώ κάθε πόλεμος του Βυζαντίου, ως κληρονόμου της παγκόσμιας Ρώμης και προστάτη του χριστιανισμού, εθεωρείτο, «δίκαιος».
            Η άμεση και αμοιβαία εξάρτηση κράτους – εκκλησίας, πέραν των όσων αναφέραμε, γίνεται αντιληπτή και στις πραγματικές σχέσεις του αυτοκράτορα με τη δικαιοσύνη. Η ηθική υποχρέωσή του να υποτάσσεται στην ιερότητα των νόμων και η επιταγή να προσαρμόζει την εξουσία του κατά μίμησιν του Θεού, ώστε να γίνεται υπόδειγμα συμπεριφοράς, του επέβαλλε και δεοντολογικούς φραγμούς, για την περιφρούρηση της ευνομίας.
Με την επικρατούσα αντίληψη, «ό,τι επιτάσσει ο αυτοκράτωρ έχει ισχύ νόμου», ο ηγεμών του βυζαντίου είχε το δικαίωμα να εκδίδει, τροποποιεί και καταργεί νόμους. Επομένως, ως νομοθετική πηγή, είναι κύριος του Δικαίου, ανώτερος απ’ τους νόμους, αδέσμευτος από κείνους˙ η δεδομένη, όμως, υπεροχή του απέναντι σ’ αυτούς, εμπλουτισμένη με τη χριστιανική πραγματικότητα περί δικαιοσύνης και φιλανθρωπίας, παρότι αντιφατικές διαδικασίες, ενήργησαν συνδυαστικά στη βυζαντινή επικράτεια.

  
Επίλογος
Το βυζαντινό κράτος σε πολλά ήταν ατελές και η οργάνωσή του όχι πάντα ορθολογική. Παρουσίαζε ωστόσο ένα ουσιωδέστατο πλεονέκτημα: μπορούσε να λειτουργεί με όλες του τις ατέλειες για χίλια και πλέον χρόνια. Η επίγεια εικόνα του Παντοδύναμου που είχε ο αυτοκράτορας έναντι των βυζαντινών υπηκόων του και συγχρόνως, ο ενστερνισμός των διδαγμάτων της αρχαιότητας με επίκεντρο την προστασία κάθε ελεύθερου πολίτη, λειτούργησαν ως φραγμοί απέναντι στον συγκεντρωτικό και απολυταρχικό χαρακτήρα της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Του Δημήτρη Δικαίου



  • Πέννα Β., «Βυζαντινοί θεσμοί» στο Γάσπαρης Χ. και άλλοι, Ελληνική Ιστορία, τ. Β΄: Βυζάντιο και Ελληνισμός, ΕΑΠ, Πάτρα 1999˙
·         Ιω. Γιαννόπουλος, «Γλώσσα και Παιδεία στο Βυζάντιο» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
·         Α. Κουκουζέλη, «Λογοτεχνία και Αρχαίο Θέατρο» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
·         Τριαντάρη, Σ. Α., Η ρητορική, η τέχνη της επικοινωνίας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο, Εκδ. Α. Σταμούλη, Αθήνα 2017˙
·         Ιω. Γιαννόπουλος, «Το Βυζάντιο: το όνομα, η σημασία του πολιτισμού, το κράτος» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
·         Καραγιαννόπουλος Ι., Το βυζαντινό κράτος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001˙
·         Καραγιαννόπουλος Ι., Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992˙
·         Ιω. Γιαννόπουλος, « Ο Χριστιανισμός» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
·         Κουτράκου Ν., «Ο βυζαντινός αυτοκράτορας», στο: Βυζάντιο. Ιστορία και πολιτισμός. Ερευνητικά πορίσματα (επιμ. Τ. Λουγγής), τ. Α΄, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2014˙
·         Beck, H.G., Η βυζαντινή χιλιετία, μτφ. Δ. Κούρτοβικ, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1992˙
·         Γλύκατζη-Αρβελέρ Ε. Γιατί το Βυζάντιο, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009.