12.7.17

Η σχέση των Ευρωπαίων περιηγητών με τις ελληνικές αρχαιότητες και με την αρχαιολογική έννοια της πολιτισμικής συνέχειας. Η εξιδανίκευση του κλασικού παρελθόντος στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

"Ο λόρδος Βύρων στο νεκροκρέβατό του",
έργο του Joseph-Denis Odevaere.

Πρόλογος 
Τα μέσα του 18ου αιώνα θεωρούνται ορόσημο τόσο για την Ευρώπη όσο και για τον υπόδουλο ελληνικό χώρο, καθώς παρατηρείται μια σειρά από καθοριστικές μεταβολές που εστιάζουν στη διαμόρφωση των πνευμάτων και του στοχασμού. Στις ενότητες που ακολουθούν γίνεται λόγος για την εξιδανίκευση της κλασικής αρχαιότητας από Ευρωπαίους και Έλληνες αστούς˙ τη διαμόρφωση της νεοαστικής συνείδησης˙ το δίσημο ρόλο των περιηγητών˙ την εποχή προπαρασκευής από τους Έλληνες Διαφωτιστές και τέλος, το πώς και με ποια «εργαλεία» επετεύχθη η πολυπόθητη πολιτισμική συνέχεια.



Ραγδαίες εξελίξεις που «κόβουν τον αιώνα στα δύο»

Ο 18ος αι. ήταν η Εποχή της Λογικής και του Ορθού Λόγου με ολοένα και περισσότερο συστηματικό ενδιαφέρον για την Αρχαιότητα ως πηγή πληροφοριών για το ανθρώπινο παρελθόν.
Ο Διαφωτισμός ως πολυπολιτισμικό όραμα υπήρξε το πνευματικό τέκνο ενός νέου ουσιαστικού, του πολιτισμού, ο οποίος συμπύκνωνε την ιδιαιτερότητα της πολιτικής και πνευματικής συγκυρίας της εποχής, ενώ αμφισβητούσε ανοικτά την απολυταρχία και τις πολιτισμικές της αξίες. Ραγδαία δε, υπήρξε η διάδοση και η δημοτικότητα του πολιτισμού μεταξύ των Διαφωτιστών που καθιέρωσαν έναν νέο τρόπο μελέτης της κοινωνίας, βασισμένο στη σύγκριση και στην κατανόηση της εξέλιξής της, συνθέτοντας διαφορετικές εκφάνσεις της, αφορώντας είτε τους θεσμούς, πολιτικούς και κοινωνικούς, είτε τη θρησκεία, τις τέχνες, τα ήθη, τις ιδέες κτλ. Για τους Γάλλους αρχικά και μετέπειτα για τους Άγγλους Διαφωτιστές, η επιθυμία για μια βαθιά και συνολική μεταρρύθμιση προϋπέθετε την ανάπτυξη και διάδοση της γνωστικού και επιστημονικού πεδίου μέσω διαδικασιών διαμόρφωσης και τελειοποίησης των κοινωνικών ηθών και θεσμών, προσδίδοντας έτσι στον πολιτισμό, μια οικουμενικότητα, συνεχώς μεταλάσσουσα με απώτερο στόχο μια ιδανική μελλοντική κοινωνία.
            Στον αντίποδα, ωστόσο, του Ορθού Λόγου του πολιτισμού που επικεντρώνεται στην κοινωνική συμπεριφορά και στην επιφανειακή κομψότητα του ατόμου, η κουλτούρα ως προϊόν αντιπαράθεσης μεταξύ των παραγκωνισμένων αστών διανοουμένων και της αριστοκρατίας της Γερμανίας, εστιάζει στον εσωτερικό πλούτο και στη διάπλαση του χαρακτήρα του. Οι αστοί έξω από κάθε πολιτική δραστηριότητα αναζήτησαν διέξοδο στην αναγεννησιακή ατμόσφαιρα της έντονης καλλιτεχνικής και μορφωτικής περιόδου, έχοντας ως μητροπόλεις τους τα ισχυρά εμπορικά κέντρα της εποχής. Η νεοπαγής αστική τάξη που άνθησε οικονομικά εξαιτίας της θεαματικής ανάπτυξης του εμπορίου και της βιοτεχνίας, καταξίωσε τη θέση της στην πολιτισμική ιεραρχία.
Οι αστοί διανοούμενοι του ουμανισμού εμπνεύστηκαν από την περίοδο της κλασικής αρχαιότητας καθώς ανακάλυψαν μια προ-μαγιά εναρμόνισης του μοντέλου της κοσμικής, φιλελεύθερης και ορθολογικής κουλτούρας που ταυτιζόταν τόσο με την αντιπαράθεσή των με την αριστοκρατία και τη θρησκεία όσο και με τον πρακτικό τρόπο σκέψης των.

Τα είδη και τα κείμενα της ελληνορωμαϊκής γραμματείας κατείχαν εξέχουσα θέση στην πολιτιστική ιεραρχία της νεοαστικής συνείδησης. Εξαιτίας της αυξανόμενης οικονομικής ισχύος των, οι αστοί έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα στην αριστοκρατία καθώς υπερίσχυσαν τα αισθητικά ιδεώδη τους έναντι της αυλής. Εξασκώντας τις βασικές τέχνες, προάχθηκαν στον σημαντικότερο καταναλωτή τόσο των καθιερωμένων «καλών τεχνών» όσο και των νεώτερων, επιθυμώντας μια πιο καθαρή και σαφή γραμμή ενάντια στη δεξιοτεχνία και λαμπρότητα του ροκοκό που υιοθέτησε με ενθουσιασμό η ευρωπαϊκή αυλική τέχνη, ρυθμός που όμως στερείτο προγράμματος και κανόνων˙ όλων δηλαδή εκείνων των στοιχείων που οι Διαφωτιστές, οι δάσκαλοι και οι καλλιτέχνες της Ακαδημίας συνέδεαν με το αισθητικό ιδεώδες, συνώνυμο του Αληθινού και του Ιδανικού˙ που κοντολογίς θα λέγαμε διαμόρφωσε την έννοια της «υψηλής τέχνης».

            Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κλασικής ελληνικής τέχνης, δηλαδή η ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο, αποτέλεσαν στόχο και προϋπόθεση κάθε μεγάλης τέχνης, εξιδανικεύθηκε δε από τους αστούς διανοούμενους και καλλιτέχνες από τα μέσα του 18ου αι. κι έπειτα˙ επιπροσθέτως, ο νεοκλασικισμός, η κεντρική δηλαδή σημασία που είχαν για την εποχή (περίοδος αφετηρίας του Νεοελληνικού Διαφωτισμού) τα καλλιτεχνικά πρότυπα της αρχαιότητας, αποτέλεσαν την επίσημη τέχνη της Γαλλικής Επανάστασης και συνάμα την αισθητικά ενδεδειγμένη έκφραση κάποιων αιώνιων και οικουμενικών αληθειών. Οι Ακαδημίες Τέχνης, απόρροια αρχικά της μεγαλομανίας των ηγεμόνων, μετεξελίχθηκαν συν τω χρόνω σε φυσικούς χώρους καλλιέργειας του αστικού αισθητικού ιδεώδους, ενώ καταλυτικός υπήρξε και ο ρόλος τους στην καθιέρωση και διεθνοποίηση του νεοκλασικού ρεύματος.


Οι Έλληνες Διαφωτιστές και η εποχή προπαρασκευής 
του νέου κράτους – έθνους

Το σύνολο των πνευματικών και συνειδησιακών φαινομένων της νέας ελληνικής ιστορίας που κοντολογίς ονομάζουμε Νεοελληνικό Διαφωτισμό, συνδέεται άρρηκτα με τη γενικότερη προαγωγή του ελληνισμού μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774 και αργότερα, ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. δηλαδή την περίοδο της εθνικής Παλιγγενεσίας. Ποιοι όμως είναι αυτοί οι παράγοντες που οδήγησαν στην ανάπτυξη αυτών των φαινομένων;
  • Η ελληνική αστική εμπορική τάξη, η οποία αποτέλεσε τον κατεξοχήν φορέα ενός δυναμισμού με συνεχώς αυξάνουσα ακτινοβολία. Ο ελλαδικός χώρος αποτέλεσε πέρασμα θαλάσσιων εμπορικών γραμμών, κύρια πύλη εξόδου σημαντικού αριθμού δραστήριων Ελλήνων προς την ακμάζουσα Δύση το 18ο αι., όσο και εισόδου αστικών, ευρωπαϊκών και καπιταλιστικών ιδεών, απόρροια της αυξανόμενης μεταναστευτικής ροής των Ελλήνων στην Ευρώπη και στα γειτονικά με την οθωμανική επικράτεια κράτη˙ επηρεασμένη θετικά από τις συγκροτημένες ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού που αναπτύχθηκαν κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά, ιδεολογικά και λειτούργησαν ως προθάλαμος εκείνων των συνθηκών για τη μετέπειτα γέννηση ενός εθνικού κράτους.
  • Οι επιδράσεις εντονότατες από το δυτικό κόσμο. Η ανάπτυξη της ελληνικής Τυπογραφίας στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού επικεντρώθηκε σε μεταφράσεις βασικών έργων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, όπως του Βολταίρου από τον Ευγένιο Βούλγαρη, του Νεύτωνα, του Καντ, του Καρτέσιου κ.α. στην ελληνική γλώσσα μέσω της οποίας, έγιναν γνωστά στην ορθόδοξη Ανατολή και στον οθωμανικό κόσμο. Οι άνθρωποι των γραμμάτων που προσκόμιζαν ενσυνείδητα τέτοιους οδηγούς στο γένος, συνέβαλαν στην εξάλειψη της αμάθειας των νεώτερων Ελλήνων και τους καθιστούσαν κοινωνούς μιας ευρύτερης γνώσης που ήταν προνόμιο των πολιτισμένων εθνών.
  • Τέλος, η στροφή προς τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και η εξιδανίκευση του κλασικού παρελθόντος λειτούργησε ευεργετικά και για το αναγνωστικό κοινό του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η γνωριμία αυτού του παρελθόντος για τους ευρωπαίους σήμαινε εξοικείωση με τον τρόπο ζωής και τη δυναμική του πολιτισμού των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Η δημοσίευση νέων εγχειριδίων αρχαίας ιστορίας και ο σχολιασμός μνημειωδών έργων κλασικών ιστορικών, όπως του Θουκυδίδη, λειτούργησαν προς αυτήν την κατεύθυνση.


Εντέλει, θα χρειασθεί η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και η Γαλλική Επανάσταση για να πυροδοτήσουν τις αναγκαίες κοινωνικές αλλαγές στο παλαιό σχήμα του υπόδουλου ελληνισμού. Η προσεκτική αντιβολή με τα δυτικά πράγματα γέννησε όρους κατάλληλους για προκοπή και αφύπνιση της εθνικής συνείδησης.

            Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτέλεσαν, ο Μοισιόδακας που «πολέμησε» για να επιβάλλει τις ανακαινιστικές απόψεις του, που αφορούσαν κυρίως στην υιοθέτηση της λαϊκής γλώσσας και φιλοσοφίας, και ο Καταρτζής (κι όσοι επηρεάστηκαν απ’ αυτόν: Βελεστινλής, Κωνσταντάς κ.α.) που θα αντλήσει τα επιχειρήματά του από τις δυτικές γλώσσες. Η διδασκαλία επίσης των φυσικών επιστημών που ακέρια έφθανε απ’ τη Δύση, η στροφή προς τις εθνικές γλώσσες για τη διδασκαλία και η οι ελληνικοί πρόγονοι που θα «πλημμύριζαν» την παιδεία, όταν θα είχαν πλέον γίνει κοινός τόπος και στα γράμματα, αλλά και στη ζωή των δυτικών, θα λειτουργούσαν ως κύριος αναμορφωτικός μοχλός για την ελληνική παιδεία.

Δύο σημαντικές μορφές του ελληνικού Διαφωτισμού, υπήρξαν ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ρήγας Βελεστινλής. Θα τολμούσαμε να πούμε, ως θεωρητικός της ελευθερίας ο πρώτος και ως θεωρητικός της επανάστασης αντίστοιχα, ο δεύτερος.
            Ο Κοραής επεδίωξε συστηματικά να «παντρέψει» την πολιτική ελευθερία με την αναμόρφωση της παιδείας και της κοινωνίας. Ο φιλελευθερισμός του προσέβλεπε στην άμεση αποσαφήνιση των πολιτικών προσανατολισμών του υπόδουλου ελληνισμού. Ο ενθουσιασμός του όμως παραμερίστηκε από ένα αντιγαλλικό – αντιδιαφωτιστικό ρεύμα, προερχόμενο κυρίως από το Πατριαρχείο. Οι οπαδοί του Κοραή και τα σχολεία του Διαφωτισμού έγιναν το «κόκκινο πανί» για τον Πατριάρχη που αποδοκίμασε τις νέες γλωσσικές θεωρίες και το πλούσιο συγγραφικό του έργο, το οποίο στόχο είχε την εθνική αφύπνιση μέσω της ανάδειξης της ιστορίας, της γλώσσας και του πολιτισμού των Ελλήνων.
            Ο Ρήγας «φύτεψε» το σπόρο της επανάστασης.  Η εξάπλωση των ιδεών του, ο «Θούριος», η Μεγάλη Χάρτα, η Νέα Πολιτική Διοίκησις κ.α. στόχευαν στην ένταξη της παιδείας στο πολιτικό πρόγραμμα της απελευθέρωσης.
            Εναρμονισμένους στόχους με τη ελληνική πραγματικότητα της εποχής είχε και η Φιλόμουσος Εταιρεία που επικεντρώθηκε στη βελτίωση της παιδείας των υπόδουλων Ελλήνων και στήριξε σθεναρά τη διάσωση της αρχαιολογικής κληρονομιάς από τη φθορά και τη διαρπαγή.


Με το βλέμμα στην Αρχαιότητα

Η αναζήτηση του αρχαίου ελληνικού ιδεώδους στάθηκε σκοπός ζωής για τους ευρωπαίους αστούς. Ο νατουραλισμός του ελληνικού πνεύματος αποτέλεσε την εστία των πόθων της Δύσης. Τα ομηρικά έπη θεωρήθηκαν από την ευρωπαίους λογίους ως το απρόσιτο αποκορύφωμα της ελληνικής λογοτεχνικής ιδιοφυίας. Για όσους προαναφέραμε, η κλασική αρχαιότητα ήταν ένας χαμένος κόσμος θεόμορφων ανδρών και ηρώων με έντονη ομορφιά και συναρπαστική διάνοια, προς ανακάλυψη.

Η εξιδανίκευση του κλασικού παρελθόντος, η υπόμνησή του από τους δυτικούς και ο ζήλος τους για τη μελέτη της κλασικής ιστορίας, ζήλος που έφθανε στο σημείο να μελετούν δευτερευόντως τη δική τους ιστορία, εμφανίζεται περισσότερο κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών του Διαφωτισμού, εποχή που οι έλληνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία αγνοούσαν ακόμη και τα ονόματα των επιφανών τους προγόνων. Συγχρόνως όμως η σχέση με την Αρχαιότητα και η συγγένεια με τους ένδοξους προγόνους εξαπλώθηκε αρκετά χρόνια πριν το Εικοσιένα. Η εξιδανίκευση του λαμπρού αυτού παρελθόντος ήταν, κατά μία έννοια και αναγκαιότητα του υπόδουλου ελληνισμού, καθώς η Ορθοδοξία παρότι συγκινούσε περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων στις αρχές του 19ου αι., ήρθε σε δεύτερη μοίρα καθώς ήταν διοικητικά ταυτισμένη με την οθωμανική Πύλη.


Μια «ολέθρια αγάπη» για τα Γλυπτά

Η κύρια εκδήλωση και συνάμα το «άπληστο» ενδιαφέρον των ξένων για τους θησαυρούς τη ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας εκδηλώθηκε στα τέλη του 18ου αι. και στις αρχές του 19ου αι.. Ο θαυμασμός για το αρχαίο ελληνικό μεγαλείο μαγνήτισε πλήθος ευρωπαίων περιηγητών, στόχος του οποίου υπήρξαν οι κλασικές αρχαιότητες, σωζόμενες και μη. Η περιοχή που δραστηριοποιήθηκαν αφορούσε κυρίως την Πελοπόννησο και την κεντρική Ελλάδα όπου η ελληνική γλυπτική είχε φθάσει στο απόγειό της. Η ίδια ωστόσο περιοχή έμελλε να αποτελέσει τρεις δεκαετίες αργότερα το νέο ελληνικό κράτος.
Η ευρωπαϊκή αριστοκρατία του 18ου αιώνα, περίοδος κατά την οποίαν η παιδεία ενός ευγενούς συνίστατο κυρίως στη σπουδή των κλασικών συγγραφέων, ήταν φυσικό οι αρχαιότητες της Ελλάδος και της Ρώμης να παρέχουν σε αυτήν κύριο πολιτισμικό ενδιαφέρον. Στην Μεγάλη Περιήγηση ή στο «μεγάλο πλιάτσικο», τολμούμε να πούμε, στον ελλαδικό χώρο την εποχή που προαναφέραμε, οι περισσότεροι ταξιδιώτες ήσαν Άγγλοι ευγενείς ή Γερμανοί πρίγκηπες, ηλικίας 20 έως 30 ετών που μόλις είχαν τελειώσει τις σπουδές τους και έκαμαν το «διδακτορικό» των ή «ασέλγησαν» με πεισμονή ως οι πλέον αδαείς επάνω στην προτομή ενός λαμπρού πολιτισμού – σε μια πρότυπη κλίμακα για το ανθρώπινο μέγεθος. Δεν έλειψαν ωστόσο και οι πιο οργανωμένες λεηλασίες και δη με βασιλική εντολή, όπως η περίπτωση του Λουδοβίκου του Α` της Βαυαρίας, του Ναπολέοντα κ.α. Υφαίρεση αρχαιολογικού πλούτου έπειτα από καλά συντονισμένες προσπάθειες, έκαμαν όμως και οι πιο ηλικιωμένοι συλλέκτες που συχνά έστελναν τους πράκτορές των να αγοράσουν αγάλματα, κοσμήματα και αρχαία νομίσματα για λογαριασμό τους.
Οι μεγάλες εθνικές συλλογές της Δύσης, όπως αυτές του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου, του Λούβρου στο Παρίσι ή του Altes Museum στη Βερολίνο, βρίθουν από μοναδικά γλυπτά της ελληνικής κλασικής και όχι μόνον, περιόδου. Αυτά τα κρατικά μουσεία «κυνηγούσαν» κομμάτια εξαισίου κάλλους και σπουδαιότητας που η λάμψη τους θα συνέβαλε στη δόξα του κράτους που θα τα είχε ως εκθέματα. Σε αυτό το σημείο, ευκαιρίας δοθείσης καθώς αναφερθήκαμε προηγουμένως και στο ρόλο του Βοναπάρτη εις ό,τι αφορά στο «μεγάλο πλιάτσικο» και την υφαρπαγή αρχαιοτήτων, ο Γάλλος μονάρχης στο γύρισμα του αιώνα με το δικαίωμα του νικητή, δε δίστασε να αφαιρέσει από τις ιταλικές συλλογές όλα τα μεγάλα έργα της ελληνικής γλυπτικής: από τον Λαοκόοντα έως τον Θνήσκοντα Γαλάτη˙ έργα πάνω στα οποία ο Βίνκελμαν βάσισε την Ιστορία της Τέχνης.
Ήταν λίγοι πράγματι, όσοι επέστρεφαν με άδεια χέρια. Ας το δούμε όμως από τη αρχή. Ενώ οι προηγούμενες γενιές περιηγητών αρκούνταν στο σχεδιασμό και τη μελέτη των αρχαιοτήτων – και οι σύγχρονοι ταξιδιώτες ικανοποιούνταν στο να σκιτσάρουν και να ζωγραφίζουν μνημεία του ελληνικού πολιτισμού, κάτι που δείχνει μια έντονη ευρωπαϊκή φιλοκαλία, αυτό με τον καιρό ανετράπη καθώς ορισμένοι περιηγητές είχαν αρχίσει να καταλαμβάνονται από αρπαχτική μανία. Η μανία όμως αυτή δεν ήταν απλώς κλεπτομανία. Ποίκιλλαν οι σκοποί της και τα κριτήρια. Όπως η δόξα για τον ευρόντα ή για τον αγοραστή επίσης. Ακόμη η ενίσχυση των Τεχνών στην πατρίδα τους ή ο πλουτισμός ενός Μουσείου. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλοί περιηγητές θεωρούσαν πως επιτελούσαν θεάρεστο έργο για την ανθρωπότητα καθώς πίστευαν ότι διέσωζαν πολύτιμες αρχαιότητες από τα «βάρβαρα» χέρια των Τούρκων.

Η περίπτωση «Έλγιν» χαρακτηρίζεται ως η πιο διαβόητη απ’ όσους λαφυραγώγησαν ελληνικά μνημεία για να πλουτίσουν ιδιωτικές συλλογές, εθνικά μουσεία ή και, να δοξάσουν το έθνος τους. Το μοιραίο χτύπημα στη φήμη του Λόρδου Έλγιν, όπου θα καθίστατο για τις μέλλουσες γενιές, ο ιερόσυλος που άρπαξε «τα θλιβερά υπόλοιπα μιας γης που αιμορροεί» αλλά και, στη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι σύγχρονοί του περιηγητές για τους δικούς τους λόγους ο καθένας και τα δικά του κριτήρια, έδωσε ο Λόρδος Βύρων˙ όταν το 1812 δημοσίευσε Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ και την Κατάρα της Αθήνας.
«Καληδονία, κοκκίνισε, γιατί είχε μάνα εσένα», μας λέει ο ποιητής.
Η λεηλασία του Παρθενώνα και, γενικότερα της Ακροπόλεως των Αθηνών από τον ίδιο αλλά και, από συγχρόνους του στην πενταετία – πληγή για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά (δηλαδή από το 1801 έως και το 1805 όπου και απαγορεύεται πλέον κάθε υπεξαίρεση και ανασκαφή), υπήρξε ανεπανόρθωτη. Όχι μόνο έγινε σύληση αλλά και βανδαλισμοί, αφού για να καταφέρουν να αποσπάσουν τα γλυπτά, δε δίστασαν να γκρεμίσουν πολύτιμα αρχιτεκτονικά τμήματα.


Η επίκληση της Αρχαιότητας ως τεκμήριο προγονικής καταγωγής

Η σύνδεση των Νεοελλήνων με το απώτερο παρελθόν τους και η στροφή προς την αρχαιογνωσία, σκοπό είχαν την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης. Η εθνική ανεξαρτησία θα επιτυγχάνονταν, αποκτώντας οι Έλληνες συνείδηση του ιστορικού του παρελθόντος, ότι δηλαδή, είναι απόγονοι απευθείας των αρχαίων Ελλήνων. Έθνος με μακραίωνη κι ένδοξη ιστορία.
            Οι Έλληνες Διαφωτιστές σφυρηλατώντας ουσιαστικά της εκκοσμικευμένη ιστορική συνείδηση στη νεοελληνική παιδεία, στόχευαν στην αποκατάσταση της κλασικής προέλευσης των νεοελλήνων, αποκόπτοντάς τους μερικώς από την κοινή βιβλική καταγωγή των χριστιανικών λαών˙ και λέγω μερικώς, αφού δεν κάμφθηκαν ολοσχερώς οι αντιστάσεις του Πατριαρχείου. Το αξίωμα της συνέχειας, με το οποίο θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί αυτή η σύνδεση με τους αρχαίους, βρήκε έδαφος στη διαπίστωση της ενότητας της ελληνικής πολιτισμικής παράδοσης. Πειστική μαρτυρία και μέσο έκφρασης αυτής της παράδοσης, ήταν η ελληνική γλώσσα που συνέβαλλε στην ιστορική και πολιτισμική επιβίωση του ελληνικού λαού. Η επιβίωση επίσης του θρύλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η ευρεία διάδοση των ομηρικών επών, λειτούργησαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Το ενδιαφέρον εξάλλου για τα ιστορικά κατάλοιπα του παρελθόντος και η σύνδεση με την αρχική κοιτίδα μετατρέπει το πάγιο αίτημα της εποχής σε σημαντικό στοιχείο εθνότητας και προγονικής καταγωγής.




Επίλογος

Η σχέση των Ελλήνων με την Αρχαιότητα εξαπλώθηκε ως κοινή πεποίθηση αρκετά χρόνια πριν από το Εικοσιένα. Η Αρχαία Ελλάδα με τον πολιτισμό της τοποθετήθηκε ως αφετηρία της Ευρώπης˙ ως τόπος καταγωγής της, που εξηγεί τη σύγχρονη ακμή της, την πρόοδό της και τον πολιτισμό που η ίδια εκκόλαψε. Η εκλεκτική αυτή συγγένεια, Αρχαίας Ελλάδος και νεοτέρας Ευρώπης μπορεί να μην είχε πάρει στις αρχές του 19ουαιώνα την τελική μορφή όπως παρατηρούμε μερικές δεκαετίες αργότερα, όταν η συμβολή του αρχαίου ελληνικού κόσμου συνδέθηκε δραστικά με τα νέα πολιτικά ιδεώδη, απόρροια του ευρωπαϊκού εκδημοκρατισμού, είχε ωστόσο σφυρηλατηθεί ήδη από τον 18ο αιώνα.
Δημήτριος Δικαίος




____________________________

Βιβλιογραφία

  • P. Bahn (επιμ.), The Cambridge Illustrated History of Archaeology, C.U.P., Cambridge 1996˙
  • Γ. Πασχαλίδης, «Εισαγωγή στην έννοια του πολιτισμού» στο: Ι. Βούρτσης και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Α`: Η Έννοια του Πολιτισμού, Όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Γ. Κατσιαμπούρα, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Κιτρομηλίδης Π., 2000. Νεοελληνικός Διαφωτισμός: οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφρ. Σ. Νικολούδη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα˙
  • Δημαράς, Κ. Θ., 1998.  Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Ερμής, Αθήνα˙
  • Stoneman R., 1996. Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα (μτφρ. Ε. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη), εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα˙
  • Γ. Μαργαρίτης, «Ο οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου ελληνισμού» στο: Γ. Μαργαρίτης και άλλοι, Ελληνική Ιστορία, τ. Γ΄: Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Etienne R. & Etienne, F., 2000. Αρχαία Ελλάδα: η αρχαιολογία μιας ανακάλυψης, μτφρ. Λ. Παπαλάσκαρη, εκδ. Δεληθανάσης, Αθήνα.