Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

εις Καρυωτάκην


Ακωκή
η φύσις του ανθρώπου.
Δυνατή,
κατάβαθη κι ακραία η ψυχή.
Το πόρισμα τ’ αγέρα
ξηλώνει τις καλοσύνες τρόπου.

Θλίβομαι.
Το κέρασμα π’ άγδυτο
με βαθιά αγαθοεργία προσφέρει,
ματώνει.
Άλλη νότα κι άλλα μέρη!
Αρχάριο, ξενίζει
κι άστυλο.

Κοίτα με.
Η απλοϊκή μου όψη
αισθητικά, πόσο πονά!
Υποδηλώνει το παρελθόν.
Στα χρόνια, λόγχη.
Άλλες συνήθειες, ξένες,
ακόμη πλάνες.

Παστρικές του έθνους ρίμες
έσυραν κηδεία.
Καλλονή,
με βαμμένα κόκκινα
τα νύχια των χειρών της,
γυμνή στα βράχια,
αγνάντευε η πένα.

Η εικών κεραμική.
Καλά δουλεμένη,
αποπλάνησε.
Το στήριγμα επάνω στον τροχό
ατίμαζε,
συλλάβιζε τη βαριά της σημασία.
Ξεχασμένη ακακία!

Στο απόλυτο
του ξένου των βελούδων,
μνήμη κείτεται νεκρά.
Βυθίστηκε
και πόσο μακριά
του κόσμου των καινούργιων!

© Δημήτρης Δικαίος