Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Η τέχνη της ρητορικής στη βυζαντινή εποχή | Του Δημήτρη Δικαίου

«Ὡς οὖν τῆς μεγάλης καὶ θαυμαστῆς ταυτησὶ δημαγωγίας, ὦ βασιλεῦ, μεγάλας καὶ τὰς γ’ εὐθύνας ὑφέξων, καὶ πάντων εἰσπραχθησόμενος λόγον τῷ πάντων πρυτάνει, σὺ δ’ οὕτω τοῖς παροῦσι κεχρῆσθαι, καὶ μὴ μόνον φιλανθρώπως, ὡς ἔφην, πρὸς πάντας ἔχειν, καὶ μετὰ πολλοῦ τοῦ περιόντος τὰς εὐεργεσίας ποιεῖσθαι, ἀλλὰ καὶ ὅπως μηδεισοῦν δικήσεται τῶν ἁπάντων, περὶ πλείστου ποιεῖσθαι.»
(Μτφρ.) «Εφόσον, λοιπόν, είσαι κυβερνήτης ενός τόσο μεγάλου και θαυμαστού λαού, έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζεις την παρούσα κατάσταση με την προϋπόθεση ότι θα έχεις μεγάλες ευθύνες και ότι θα δώσεις λόγο για όλα στον άρχοντα όλων, δηλαδή (πρέπει) όχι μόνο να συμπεριφέρεσαι με επιείκεια σε όλους και να τους ευεργετείς με πολλή γενναιοδωρία, αλλά και να φροντίζεις να μην αδικηθεί κάποιος απ’ όλους.» (Θωμάς Μάγιστρος, Λόγος Περί Βασιλείας – Τριαντάρη 2009, σ. 400)

Το παραπάνω απόσπασμα από τον ρητορικό Λόγο Περί Βασιλείας του βυζαντινού λόγιου Θωμά Μαγίστρου (14ος αι. μ.Χ.) ανήκει στο γραμματειακό είδος που είναι γνωστό ως “κάτοπτρο ηγεμόνος”.  Ο όρος «κάτοπτρο ηγεμόνος» προέρχεται από τη δυτική μεσαιωνική λογοτεχνία για να περιγράψει ένα κείμενο που έδινε συμβουλές στον ηγεμόνα για την ορθή διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας και τις αρετές που του αρμόζουν.  Ο συγκεκριμένος λόγος απευθύνεται στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο (1282-1328 μ.Χ.)



Κωνσταντινούπολη. Τοιχογραφία του 18ου αι.- Καστοριά


Η θέση της ρητορικής στο Βυζάντιο 
Εκπαίδευση, εδραίωση Ορθοδοξίας, οργάνωση εκκλησίας και κράτους.


Τις προσδοκίες της ελληνόφωνης ρωμαϊκής Ανατολής για μια ενιαία πολιτική εξουσία υπό τη σκέπη ενός οικουμενικού κράτους, αναμφίβολα επιτάχυνε η νέα τάξη πραγμάτων, κινούμενη στο μεταίχμιο του αρχαίου και ενός νέου τρόπου ζωής. Εις αυτήν τη μεταβατική – ιστορική στιγμή αλλά και μετέπειτα, η Κωνσταντινούπολη ως έδρα της βυζαντινής εποχής, αναδείχθηκε ως το αδιαμφισβήτητο πνευματικό κέντρο της αυτοκρατορίας, αφού πραγματοποίησε, περισσότερο κι από της Ρώμη, την έννοια πόλις-κόσμος. Κατά τη μεταφορά του κέντρου βάρους της αυτοκρατορίας προς ανατολάς, αποκαλύπτεται και το ένδυμα της ελληνόγλωσσης πνευματικής δημιουργίας. Η ελληνική γλώσσα, λαμπρή κληρονομιά της κλασικής αρχαιότητας, έγινε ο συνεκτικός κρίκος εκατομμυρίων ανθρώπων. Σταδιακά δε αποτέλεσε ένα περιβάλλον ομόγλωσσο, επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας σε νόμους˙ ενώ τη μιλούσαν, γόνοι των ανώτερων κοινωνικών ομάδων, καθώς η εκπαίδευση στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, παρά την επικράτηση του χριστιανισμού, ήταν συνέχεια της ελληνιστικής.
            Στην ανώτερη εκπαιδευτική βαθμίδα των βυζαντινών, περίοπτη θέση κατείχε η διδασκαλία της ρητορικής. Η ικανότητα του λέγειν έχαιρε πάντα μεγάλης εκτίμησης ήδη από την ελληνική αρχαιότητα, πράγμα που γίνεται ιδιαιτέρως αντιληπτό στα ομηρικά έπη. Ο χαρακτήρας της δημόσιας ζωής στην Αθήνα του 5ου αι. π.Χ. (αθηναϊκά δικαστήρια, Βουλή των Πεντακοσίων, Εκκλησία) ήταν αυτός που οδήγησε στην καλλιέργεια της ρητορικής ως λογοτεχνικού είδους. Από τη ρητορική δεξιοτεχνία εξαρτιόταν εξάλλου σε σημαντικό βαθμό και η επιτυχία στη δημόσια ζωή. Σε διαφορετικές εποχές, όμως μέσα από συγγενείς συνθήκες, αρκετούς αιώνες μετά, έφθασαν στο προσκήνιο και στη βυζαντινή εποχή οι σοφιστές, οι δάσκαλοι της ρητορικής τέχνης˙ για να την καρπωθούν οι νέοι των ισχυρότερων κοινωνικών ομάδων, (καθώς τα δίδακτρα ήσαν υψηλά και η μακροχρόνια συχνά φοίτηση καθιστούσε τις σπουδές ιδιαιτέρως δαπανηρές), οι Συγκλητικοί του μέλλοντος - οι αυριανοί  εγκωμιαστές του αυτοκράτορα, αλλά και του πατριάρχη.
            Ήδη από την πρωτοβυζαντινή περίοδο, η παιδεία προσανατολίστηκε στη σπουδαιότητα των κλασικών κειμένων, στα διανοητικά σχήματα και στη γλωσσική έκφραση της ύστερης αρχαιότητος. Η βυζαντινή ρητορική εμποτισμένη με το αισθητικό στοιχείο της βυζαντινής τέχνης και τον υπερβατικό χαρακτήρα των καλλιτεχνικών έργων, κυοφορεί και εντέλει αποθέτει ως δοκιμασμένο, όπως προέγραψα, είδος του αρχαιοελληνικού πεζού λόγου: απολαυστικό και περίτεχνο υλικό.
            Επιπλέον, καθώς αναφερθήκαμε στη σπουδαιότητα που έδιδαν οι βυζαντινοί λόγιοι σε αρχαίους συγγραφείς, δε θα ‘πρεπε να αγνοήσουμε την επιβίωση της αττικής γλώσσης των αρχαίων κλασικών, την οποίαν επιτυχώς μιμήθηκαν οι διδάσκαλοι της Νέας Ρώμης. Δηλαδή, το λιτό ύφος, την καθαρότητα και τη σαφήνεια˙ στοιχεία που απαντώνται στη βυζαντινή ρητορική.
            Σύμφωνα με τον φημισμένο ρητοροδιδάσκαλο Ερμογένη από την Ταρσό, οι σπουδαστές της ανωτέρας βαθμίδος, από την απαρχή ήδη των αυτοκρατορικών χρόνων και την περίοδο της Δευτέρας σοφιστικής (2ο-3ο αι. π.Χ.), εκπαιδεύονταν ώστε να ανακατασκευάζουν ή να στηρίζουν μιαν άποψη, να υπερασπίζονται ή να κατηγορούν ένα πρόσωπο για όσα έπραξε, να συντάσσουν εγκώμιο ή ψόγο προσώπου, πόλης, κατάστασης, ιδέας κτλ, να διατυπώνουν ή να κρίνουν προτάσεις νόμου˙ ικανοί ακόμη στις λεπτομερείς περιγραφές τόπων ή να αποδίδουν το χαρακτήρα και τη διάθεση κάποιου που εκφωνεί λόγο κ.τ.λ.
           
Ο χριστιανισμός ως νέα θρησκεία της αυτοκρατορικής επικράτειας, εξασφάλισε την επικράτησή του έναντι των άλλων θρησκειών καθώς επέβαλε την ορθοδοξία με την αποσαφήνιση του δόγματος, ενισχύοντας την απαιτούμενη ενότητα δια την ίδια την εκκλησία αλλά και για το κράτος.
Οι διδάσκαλοι της σοφιστικής ως τον 6ο αι. μ.Χ. συμπορεύτηκαν δίχως ιδιαίτερα προβλήματα με τη νέα θρησκεία, μολονότι δεν την είχαν αποδεχτεί. Καθότι ο χριστιανισμός τέθηκε υπό την προστασία του κράτους, αποτέλεσε μονόδρομο για ό,τι επιθυμούσαν οι επικεφαλής της αυτοκρατορικής και της πατριαρχικής αρχής, δηλαδή ένα ομόδοξο περιβάλλον˙ εις αυτήν τη νέα επιταγή, προσανατολίστηκε η εκπαίδευση των νέων, ώστε να προσφέρουν αβίαστα υπηρεσίες υψηλού επιπέδου στο νέο δόγμα. Η σπουδή των αρχαίων λειτούργησε ως δεξαμενή χάριν ευγλωττίας και γυμνασίας του νου, εις ό,τι αφορά στην πολυπόθητη απόκτηση επιχειρημάτων που θα απέκρουαν αυτά των «εθνικών» αλλά και των χριστιανικών μειοψηφιών που προέβαλλαν διαφορετικές δοξασίες από το επιβαλλόμενο δόγμα. Οι νέοι ένθερμοι υποστηρικτές του δόγματος, διέπρεψαν με τη ρητορική τους δεινότητα ως επίσημοι ρήτορες ή, πολύ περισσότερο, ως ιεροκήρυκες. Μερικοί δε μαθητές διακεκριμένων σοφιστών του 4ου αι., χάρη στη μόρφωση που απέκτησαν κοντά τους, αναδείχθηκαν μεγάλοι πατέρες της ορθοδοξίας, καθώς τα έργα των αποτελούν μέχρι και σήμερα σπουδαία πνευματική βλάστη δια το χριστεπώνυμον πλήρωμα.
Επιπλέον, οι «φωτισμένοι» πατέρες της εκκλησίας φρόντισαν ώστε τα αρχαία κείμενα να θεωρούνται αυστηρά προπαιδευτικά ως προς την κατανόηση της Γραφής, τονίζοντας πως: ιδέες που δεν συμβιβάζονται με το χριστιανισμό, πρέπει να αποφεύγονται! Επομένως, η  συγκεκριμένη εκπαιδευτική κατεύθυνση – μελέτη των αρχαίων συγγραφέων, εγκαταλείφθηκε σταδιακά, καθότι αντιπροσώπευε έναν άλλον κόσμο που χαρακτηρίστηκε από τους χριστιανούς με μια λέξι πολεμικής: ειδωλολατρικός. Έτσι, η ανάγνωση αρχαίων κειμένων, πραγματοποιούταν επιλεκτικά και σχολαστικά προς πλουτισμό του λεξιλογίου (πράγμα που το συναντούμε συχνά και σήμερα), εμπέδωση του συντακτικού και της γραμματικής και βεβαίως, την εκμάθηση της τέχνης του ρητορικού λόγου˙ αποσκοπώντας να κινήσει το θαυμασμό του ακροατηρίου.


Οργάνωση Εκκλησίας και Κράτους
H Θεία Πρόνοια, ως από μηχανής θεός, διευθέτησε τα εγκόσμια ώστε να εκχριστιανίσει το νέο imperium, καθιστώντας το, «σκεύος εκλογής» για τη διάδοση του χριστιανικού δόγματος στη βυζαντινή επικράτεια. Υπό τις οικουμενικές πλέον αξιώσεις της αυτοκρατορίας, η νέα χριστιανορωμαϊκή ιδεολογία, απεδείχθη έργο θεάρεστο της Θείας Πρόνοιας˙ και υπό την καθοδήγηση των εμπνευστών του Imperium Romanum για συνύπαρξη της χριστιανικής πίστης, του χριστιανικού ηθικού νόμου, της πνευματικής παράδοσης του ελληνισμού, του ρωμαϊκού δικαίου και της ρωμαϊκής κρατικής οργάνωσης, επεβλήθη κράτος δικαίου και ενότητα δόγματος.

            Πολιτική Διοίκηση
            Η αυτοκρατορική αρχή επενέβαινε στον κρατικό μηχανισμό. Διόριζε ή απέλυε υπαλλήλους, απένειμε τίτλους και αξιώματα, ως απόλυτος μονάρχης και ρυθμιστής των πάντων. Κάθε εξουσία νομοθετική, εκτελεστική και δικαιοδοτική, απόρρεε απ’ αυτήν. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, έπρεπε να κινείται η αυτοκρατορική εξουσία και να λαμβάνει σάρκα και οστά, η βούληση του αυτοκράτορα.
            Εις ό,τι αφορά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, η κρατική οργάνωση, η οποία απόρρεε από την αυτοκρατορική εξουσία, κατέληξε σε εξασθένιση των κρατικών υπηρεσιών και των επικεφαλής των (δηλαδή των ανώτερων κρατικών υπαλλήλων). Οι πολιτικές και οι στρατιωτικές αρμοδιότητες των ανώτερων αξιωματούχων, χωρίσθηκαν. Χωρίσθηκε επίσης η κεντρική από την περιφερειακή διοίκηση. Ανεξαρτητοποιήθηκαν οι κλάδοι της κεντρικής διοικήσεως, έχοντας πλέον περιορισμένη και εξειδικευμένη δικαιοδοσία. Αποδυναμώθηκε, η σύγκλητος.
            Αργότερα, όλος αυτός ο όγκος διοικητικών κλάδων, προκάλεσε επικάλυψη αρμοδιοτήτων σ’ ένα δύσκαμπτο σύστημα και, εκτεθειμένο στην εξωτερική απειλή που απαιτούσε, γρήγορη λήψη αποφάσεων. Αυτό, οδήγησε στην παύση της διάκρισης των εξουσιών και, στη στρατικοποίηση της κρατικής διοίκησης.
Από τα τέλη του 11ουαι. κι έπειτα, η θεματική διοίκηση παρήκμασε και αντικατεστάθη από μικρές τοπικές διοικήσεις - μικρογραφίες των θεμάτων της πρώιμης περιόδου, με περιορισμένες αρμοδιότητες.

Εκκλησιαστική οργάνωση
Η εκκλησιαστική ιεραρχία και οργάνωση δεν ήταν ανεξάρτητη της αυτοκρατορικής βούλησης. Ο αυτοκράτορας διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει στα ζητήματα της οργάνωσης και της εσωτερικής ζωής των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και της Εκκλησίας γενικότερα. Επενέβαινε ακόμη και στον καθορισμό της έκτασης των εκκλησιαστικών επαρχιών, στην εκλογή και το διορισμό επισκόπων, μητροπολιτών˙ ακόμη και στην εκλογή του ίδιου του πατριάρχη.
            Οι επισκοπές άρχισαν να διαμορφώνονται από τους επισκόπους τους τρεις πρώτους αιώνες του χριστιανισμού˙ έπειτα υπάγονταν σε μητροπόλεις με έδρα μεγαλύτερες πόλεις και ύστερα σε εξαρχίες υπό τους εξάρχους, κυρίως από τον 4ο αι. και μετά. Εις ό,τι αφορά το πατριαρχικό αξίωμα, ο Ρώμης, της πρώτης πρωτευούσης του κράτους, κατείχε τα πρωτεία στα πρεσβεία της τιμής. Το 381, με τη Β` οικουμενική σύνοδο, απονεμήθησαν τα δεύτερα πρεσβεία της τιμής, στον επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, της πρώτης πλέον πρωτευούσης του βυζαντινής επικράτειας. Η Δ` οικουμενική σύνοδος, το 451, ήταν αυτή που αναγνώρισε ίσα πρεσβεία τιμής στον πάπα της Ρώμης και στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Στον τελευταίο, αποδόθηκε ο τίτλος οικουμενικός μεταξύ 5ου και 7ου αι. λόγω της εδαφικής ακμής που γνώρισε η αυτοκρατορία.

Του Δημήτρη Δικαίου





  • Πέννα Β., «Βυζαντινοί θεσμοί» στο Γάσπαρης Χ. και άλλοι, Ελληνική Ιστορία, τ. Β΄: Βυζάντιο και Ελληνισμός, ΕΑΠ, Πάτρα 1999˙
·         Ιω. Γιαννόπουλος, «Γλώσσα και Παιδεία στο Βυζάντιο» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
·         Α. Κουκουζέλη, «Λογοτεχνία και Αρχαίο Θέατρο» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
·         Τριαντάρη, Σ. Α., Η ρητορική, η τέχνη της επικοινωνίας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο, Εκδ. Α. Σταμούλη, Αθήνα 2017˙
·         Ιω. Γιαννόπουλος, «Το Βυζάντιο: το όνομα, η σημασία του πολιτισμού, το κράτος» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
·         Καραγιαννόπουλος Ι., Το βυζαντινό κράτος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001˙
·         Καραγιαννόπουλος Ι., Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992˙
·         Ιω. Γιαννόπουλος, « Ο Χριστιανισμός» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
·         Κουτράκου Ν., «Ο βυζαντινός αυτοκράτορας», στο: Βυζάντιο. Ιστορία και πολιτισμός. Ερευνητικά πορίσματα (επιμ. Τ. Λουγγής), τ. Α΄, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2014˙
·         Beck, H.G., Η βυζαντινή χιλιετία, μτφ. Δ. Κούρτοβικ, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1992˙
·         Γλύκατζη-Αρβελέρ Ε. Γιατί το Βυζάντιο, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009.

Η πολιτεία, στο λαό! | Του Δημήτρη Δικαίου

Η αθηναϊκή δημοκρατία στα χρόνια του Περικλή  

εικ.1 | Περικλής, 495-429 π.Χ.

Ο Περικλής, σύμφωνα με τα εγκώμια του μεγάλου ιστορικού Θουκυδίδη, για το πρόσωπό του και το έργο του, «υπήρξε έξοχος χειριστής των μαζών: συγκρατούσε το λαό δίχως να περιορίζει την ελευθερία του». Δε δίσταζε να προκαλέσει την οργή του, οδηγώντας τον χωρίς κολακείες εκεί που νόμιζε ότι έπρεπε˙ διέθετε δηλαδή την τέχνη και τη δύναμη να του αντιστέκεται. Έτσι όμως το πολίτευμα κατέληξε δημοκρατία κατ’ όνομα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν «μοναρχία». Γι’ αυτό ακριβώς το πολίτευμα αυτού του δημοκρατικού «μονάρχη», συνεχίζει ο Θουκυδίδης: εγίγνετό τε λόγω μεν δημοκρατία, έργω δέ υπό του πρώτου ανδρός αρχή. Ωστόσο, αυτός ο «μονάρχης» συνέβαλε δραστικά στην εδραίωση της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Ο Αριστοτέλης απ’ την άλλη, διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις στην Αθην. Πολ. 28, λέγοντας απλώς ότι επί των ημερών του Περικλή το πολίτευμα λειτουργούσε «καλά».
            Γεγονός αδιαμφισβήτητο όμως είναι ότι η πιο ριζοσπαστική και ακραία μορφή δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα συνέπεσε με την ανάληψη της ηγεσίας από τον Περικλή.
            Αυτή η ακραία μορφή ριζοσπαστικού πολιτεύματος, ήταν η Εκκλησία του δήμου. Μία πολιτική κατάσταση, βεβαίως δημοκρατική αλλά, οπωσδήποτε ακραία καθώς δεν περιοριζόταν η εξουσία της από άλλα θεσμικά όργανα.
Πηγή ανώτατης εξουσίας, η λαϊκή συνέλευση λάμβανε σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Οι πολίτες όλων των τάξεων είχαν ίση ψήφο και θεωρητικά τουλάχιστον, κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να αγορεύσει στη συνέλευση. Πρακτικά ωστόσο, φαίνεται οι περισσότεροι των ομιλητών μάλλον προέρχονταν από τις ανώτερες τάξεις. Λαβαίνοντας υπόψη ότι μια απαρτία 6.000 πολιτών ήταν απαραίτητη για την ψήφιση των σημαντικότερων θεμάτων, κρίνονταν αναγκαίο ο ομιλητής να διέθετε πείρα στο λόγο και αυτοπεποίθηση καθώς, μια αποδοκιμασία του πλήθους ίσως να ανάτρεπε την επίτευξη καίριων αποφάσεων. Ας μην ξεχνούμε, μιλάμε για ένα αρκετά μεγάλο πολιτικό σώμα. Για την εύρυθμη λοιπόν λειτουργία της διαδικασίας, οι Αθηναίοι υιοθέτησαν ειδικό τυπικό ώστε να επιτυγχάνεται η λήψη αποτελεσματικών αποφάσεων για την πόλη. Αυτός ο σημαντικός ρόλος δόθηκε στη Βουλή των Πεντακοσίων που ως συμβουλευτική εξουσία, καθόριζε εκ των προτέρων την ημερήσια διάταξη των θεμάτων. Τα μέλη της συζητούσαν τα διάφορα θέματα και κατόπιν γνωστοποιούσαν τις αποφάσεις τους στην Εκκλησία. Ως προς τις τυπικές κρατικές υποθέσεις, η Εκκλησία απλώς επικύρωνε τις προηγηθείσες αποφάσεις της Βουλής. Η στερεότυπη φράση «έδοξεν τη Βουλή και τω δήμω» αποτυπώνει την όλη διαδικασία έγκρισης ενός αθηναϊκού ψηφίσματος.
Τον κίνδυνο μονοπώλησης της πολιτικής εξουσίας από μια ομάδα ειδικών στην πολιτική, σε βάρος της λαϊκής κυριαρχίας, απέτρεπαν οι κανονισμοί και οι δικλίδες ασφαλείας της αθηναϊκής πολιτείας.
Ποιοι όμως ήσαν αυτοί οι κανονισμοί;
Η εκλογή με κλήρο, την οποίαν η Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν για όλα τα δημόσια αξιώματα και που, δεν προϋπέθεταν ειδικά προσόντα, καθώς εξέφραζαν την αρχή ότι όλοι οι αφοσιωμένοι πολίτες που αναλάμβαναν πολιτική εξουσία, διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα ώστε να εξυπηρετήσουν κρατικές υποθέσεις. Στον αντίποδα, ως προς την εκτελεστική εξουσία, εξέλεγαν πολίτες με ψήφο ώστε να εξασφαλιστεί η τοποθέτηση ανδρών που διέθεταν τα απαραίτητα προσόντα για να την ασκήσουν. Αυτοί ήσαν αξιωματούχοι, όπως οι εννέα άρχοντες ή οι δέκα στρατηγοί που ήδη κατείχαν υψηλά αξιώματα που αφορούσαν υποθέσεις της πόλης-κράτους. Οι στρατηγοί είχαν ετήσια θητεία αλλά, διατηρούσαν το δικαίωμα της επανεκλογής των. Κάποιοι, οι περισσότερο αποδοτικοί εξ αυτών επανεκλέγονταν για αρκετά χρόνια. Τρανταχτό παράδειγμα ο Περικλής – ηγέτης που λειτούργησε στο πλαίσιο των δημοκρατικών θεσμών της πολιτείας με πολυετή και εν λευκώ την εμπιστοσύνη του λαού στο πρόσωπό του. Τέτοιους ηγέτες μας θυμίζουν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, όταν μιλάνε για θεϊκούς άνδρες της πολιτικής.
Η εξουσία της Εκκλησίας του δήμου εκτός από νομοθετική και εκτελεστική, ασκούσε και δικαστική εξουσία. Παρότι, κατά κύριο λόγο αυτή ασκείτο από τον Άρειο Πάγο, τη Βουλή, την Ηλιαία και άλλα μικρότερα δικαστήρια ως εντολοδόχοι της Έκκλησίας, είχε δικαστικές αρμοδιότητες, αυστηρά καθορισμένες και εξαίρετου χαρακτήρα (θεσμικές και πολιτικές υποθέσεις) που διακυβεύονταν ύψιστα συμφέροντα της πολιτείας, όπως: προδοσία και συνωμοσία. Η Εκκλησία μετατρεπόταν σε ανώτατο δικαστήριο όταν υπήρχαν καταγγελίες για αδικήματα κατά του δημοσίου, ήτοι προτάσεις για παράνομα ψηφίσματα.
Εν κατακλείδι, η Εκκλησία του δήμου ήταν η ύψιστη αρχή, το ανώτατο και κυρίαρχο πολιτειακό όργανο της πολιτείας των Αθηναίων όπου κυρίαρχος ήτο ο λαός, το σύνολο δηλαδή των πολιτών της πόλης-κράτους της Αθήνας, με την έννοια ότι αποτελούσε την πρωταρχική και έσχατη πηγή εξουσίας˙ που στο πολίτευμα αυτό της άμεσης δημοκρατίας έχομε βασική ταύτιση κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Τέλος, παραθέτω δύο χωρία του Θουκυδίδη, ενδεικτικά του Αθηναϊκού μεγαλείου. Στο ένα, παρουσιάζει τον Περικλή, εκφωνώντας τον «Επιτάφιο λόγο», να εγκωμιάζει της Αθήνα και για άλλα και για την ελευθερία που απολάμβαναν οι πολίτες διαχειριζόμενοι τις δημόσιες υποθέσεις και βιώνοντας τις ατομικές σχέσεις τους˙ ενώ στο άλλο, τον Νικία, στη Σικελία να καλεί τους Αθηναίους του εκστρατευτικού σώματος, πριν από την κρίσιμη μάχη, να πολεμήσουν για μια πατρίδα όπου επικρατούσε η πιο μεγάλη πολιτική ελευθερία και όλοι διαβίωναν όπως ήθελαν, χωρίς να υπόκεινται σε άνωθεν επιταγές.




Πολιτικοί θεσμοί στα πλαίσια της αθηναϊκής δημοκρατίας

Προτού εστιάσουμε στους πολιτικούς θεσμούς και της λειτουργίας αυτών στο πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε σε μερικές μόνο γραμμές το προδημοκρατικό περιβάλλον της πόλεως – κράτους της Αθήνας˙ σκιαγραφώντας αδρά τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν την πολιτεία, στο λαό!
            Οι κοινωνικές εξελίξεις και οι πολιτειακές μεταβολές του αθηναϊκού πολιτικού κέντρου από τον 8ο αι. π.Χ., όπου και συγκροτείται, έως τον 6ο αι., αποτέλεσαν την αρχή ραγδαίων εξελίξεων που βαθμιαία στόχευαν στη συμμετοχή όλων των πολιτών στη διακυβέρνηση του κράτους. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα του 6ου αι. π.Χ., η ολιγαρχία έδωσε τη σκυτάλη στην τυραννίδα και αυτή με τη σειρά της στη δημοκρατία. Μέσα από μια περίοδο ταραχών και συγκρούσεων ο Σόλων ως πολιτικός αναμορφωτής κατόρθωσε με νομοθετικά μέτρα να εξισορροπήσει τις μεγάλες διαφορές που χώριζαν τους πλούσιους από τους φτωχούς και να θέσει εν γένει τα θεμέλια της δημοκρατίας. Οι κύρβεις όπου ήσαν γραμμένοι οι νόμοι του νομοθέτη (τρίεδρες ξύλινες πυραμίδες, περιστρεφόμενες) θα φυλάσσονταν στη Βασίλειο Στοά επί Κλεισθένη ώστε να δίδουν τον ετήσιο όρκο τους όσοι θα υπηρετούσαν τη δημοκρατία. Με τον ερχομό του δεύτερου μεγάλου μεταρρυθμιστή διευρύνεται η δημοκρατική βάση με αποτέλεσμα την ισχυροποίηση του αθηναϊκού πολιτεύματος. Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη καθιέρωσαν τη λαϊκή κυριαρχία με κορυφαία επαναστατική πρωτοτυπία την Εκκλησία του δήμου, που αποτέλεσε την ύψιστη δημοκρατική κατάκτηση των Αθηναίων και κατ’ επέκταση της ανθρωπότητας.

εικ. 2 | Πνυξ, αρχαία Αθήνα.

            Μετά τη μεταπολίτευση του τελευταίου και τη μετακίνηση των εκκλησιών από την Αγορά στην Πνύκα (εικ. 2), οι πολίτες καλούνταν να αποφασίσουν, αφού προηγουμένως όμως ακούσουν όποιον ήθελε να διατυπώσει και να υποστηρίξει μια πρόταση. Επομένως, ο χώρος της εκκλησίας έπρεπε να επιτρέπει, οι πολίτες να ακούνε και να βλέπουν τους ρήτορες. Οι ρήτορες, επίσης, να έχουν οπτική και ακουστική επαφή με τους πολίτες και το προεδρείο. Κατά συνέπεια, ο φυσικός, ελαφρώς κοίλος χώρος κοντά στην Αγορά (μια απόσταση, μόλις 350 μέτρων χώριζε την Αγορά από την Πνύκα), με τα πολυάριθμα βραχάκια ώστε να κάθονται οι πολίτες και την αξιόλογη κλίση, εξυπηρετούσε αυτήν την σχέση, ομιλούντων και ακουόντων.

εικ.3 | Όστακο, αρχαία Αθήνα.

            Ο οστρακισμός (εικ. 3), είναι ακόμη ένας θεσμός που αποδίδεται στον Κλεισθένη, με τον οποίον προστατευόταν το δημοκρατικό πολίτευμα από επίδοξους τυράννους. Ωστόσο ήταν κι ένα μέσο να απαλλαγούν κάποιοι από έναν ισχυρό ανταγωνιστή τους ή και μια διέξοδος φθόνου προς τον υπερέχοντα. Επάνω σ’ ένα κομμάτι αγγείου, οι πολίτες έγραφαν το όνομα εκείνου που θεωρούσαν επικίνδυνο για την κατάλυση του πολιτεύματος. Εκείνος του οποίου το όνομα ήτανε γραμμένο στα περισσότερα όστρακα, αναγκαζόταν σε δεκαετή εξορία από την Αθήνα. Ο οστρακισμός θεωρούνταν μέσο πολιτικής πάλης - δεν ήταν ποινή που επέβαλε κάποιο δικαστήριο, αλλά πολιτική πράξη και εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά μετά τη μάχη του Μαραθώνα.
            Ξοδέψαμε περισσότερο μελάνι για τον Αλκμεωνίδη διότι, κι αν δεν ίδρυσε πράγματι τη δημοκρατία, ήταν αυτός που δημιούργησε τις συνθήκες που έκαναν εφικτή την ίδρυσή της, εισάγοντας στο χώρο της πόλης την ισονομία, την ισότητα εν ονόματι του νόμου και απέναντι στο νόμο!

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως, η αθηναϊκή δημοκρατία δεν ήταν αντιπροσωπευτική. Δε εξέλεγε αντιπροσώπους, αλλά ως πολιτικό σύστημα χαρακτηριζόταν από την άμεση εξουσία των πολιτών στη Συνέλευση (Εκκλησία του δήμου) και στα δικαστήρια. Υπό αυτή την έννοια, αποτελούσε την πρωταρχική και έσχατη πηγή εξουσίας, καθώς αυτή δεν περιοριζόταν από άλλα θεσμικά όργανα. 

Του Δημήτρη Δικαίου




  • Α. Κουκουζέλη, «Τέχνη» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Σακελλαρίου Μ. Β., Η Αθηναϊκή δημοκρατία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999˙
  • Camp, J., Η Αγορά της αρχαίας Αθήνας, Σύντομος Οδηγός, μτφρ. Ε. Μαραθάκη, Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, Αθήνα 1990˙
  • Α. Μαστραπάς, «Η πόλη-κράτος», στο Θ. Βερεμής και άλλοι, Ελληνική Ιστορία, τ. Α΄: ο Αρχαίος Ελληνικός κόσμος, Ε.Α.Π., Πάτρα 2002˙
  • Claude Mossé / Anne SchnappGourbeillon, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας (2000 – 31 π.Χ.), μτφ. Λ. Στεφάνου, εκδ. Δ. Ν. Παπαδήμας, Αθήνα 2013.

Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017

Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι και ο «θεϊκός» κόσμος των αρχαίων Ελλήνων. | Του Δημήτρη Δικαίου

Το ελληνικό αλφάβητο: 15ος αι. π.Χ. έως τις αρχές της τυπογραφίας. (εικ)

Κοιτάζοντας τον αρχαίο καθρέπτη, οι χαρακτήρες, σου μοιάζουν οικείοι. Το άλφα στο βάθος μαλώνει το ψηλό έψιλον που του γύρισε την πλάτη ενώ τ’ ωμέγα μετράει ακόμη το χρόνο. Ίσως να χαθούμε στη μετάφραση κάποτε – δε θα πάψουμε όμως να βλεπόμαστε μεσ’ από λέξεις – οδηγούς και γνώριμους ήχους του παρελθόντος.

Στις ενότητες που ακολουθούν αναφερόμαστε στα κύρια γνωρίσματα των αρχαίων διαλέκτων. Ακόμη, σκιαγραφούμε το ελληνικό τελετουργικό των Ελλήνων και πώς οι θεοί για τους αρχαίους, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής τους ζωής. Ενώ, κάνουμε λόγο για τις κοινωνικές και οικονομικές τους αξίες, κάνοντας σύντομη αναφορά και στις κοινωνικές τάξεις.



Κύρια γνωρίσματα των αρχαίων διαλέκτων

Η αρχαία ελληνική γλώσσα παρουσίαζε διαφορές από τόπο σε τόπο, είτε στην προφορά είτε στη γραμματική και στη σύνταξη είτε στη σημασία που είχαν λάβει οι λέξεις. Η διάκριση των αρχαίων διαλέκτων είχε και αρκετές επιμέρους μορφές που μέσω των γνωρισμάτων τους, ταξινομήθηκαν ως εξής: α. Ανατολική ομάδα με κορμό την ιωνική - αττική˙ β. Κεντρική με χαρακτηριστικότερες, την αρκαδοκυπριακή και την αιολική˙ και γ. τη Δυτική με κύρια διάλεκτο τη δωρική.
Εις ό,τι αφορά τη γλώσσα της γραφής στις μυκηναϊκές πινακίδες, είναι σαφές πλέον πως είναι αρχαϊκότερη των όσων προαναφέραμε. Όμως, το μέχρι τώρα υλικό αφορά καταλόγους, κι όχι εκτενή κείμενα που θα μας παρείχαν πολύτιμες γλωσσολογικές πληροφορίες.
Ο ευρύς διαλεκτικός κατακερματισμός της ελληνικής γλώσσας που παρατηρείται στις αρχαϊκές πινακίδες, οφείλεται στη διαμόρφωση του γεωγραφικού χώρου με ψηλά βουνά και τις περίκλειστες περιοχές εγκατάστασης, στη διαδοχική εμφάνιση των ελληνικών φυλών και στη φυσική αρχικώς απομόνωση.
Από τον 4ο αι. η ραγδαία εξάπλωση της χρήσης της αττικής διαλέκτου συγχρόνως με την πολιτική και πνευματική λάμψη του αθηναϊκού ιδεώδους και δη η αναγνώρισή της, ως επίσημης γλώσσας των Μακεδόνων βασιλέων, συνετέλεσαν ώστε να υπάρξει η ελληνιστική Κοινή.


Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι των ελασμάτων:
Ακολουθούν μερικά από τα χιλιάδες ερωτήματα, δημόσια αλλά κυρίως ιδιωτικά, που βρέθηκαν χαραγμένα σε μολύβδινα χρηστήρια ελάσματα στο μαντείο του Νάιου Δία και της Διώνης στη Δωδώνη:

1.   Θεόν. Τύχαν ἀγαθάν. | Ἐπικοινῶνται τοί Κορκυραῖοι τῶι Διί τῶι | Νάωι καὶ τᾶι Διώναι τίνι κα θεῶν ἢ | ἡρώων θύοντες καὶ εὐχόμενοι | ὁμονοοῖεν ἐπὶ τὠγαθόν  (γ. 400-350 π.Χ.)
Θεόν. Καλή τύχη. Οι Κερκυραίοι ερωτούν τον Δία τον Νάιο και τη Διώνη σε ποιόν θεό ή ήρωα θα μπορούσαν να θυσιάσουν και να απευθύνουν προσευχές για να επιτύχουν ομόνοια προς το συμφέρον τους.
2.      Ἐπερωτῶντι Δωδωναῖοι τόν | Δία καὶ τάν Διώναν ἦ δι’ἀνθρώ|που τινός ἀκαθαρτίαν ὁ θεός | τόν χειμῶνα παρέχει (4ος-3ος αι. π.Χ.)
Οι Δωδωναίοι ερωτούν τον Δία και τη Διώνη εάν η βαρυχειμωνιά έχει σταλεί από το θεό και οφείλεται στο παράπτωμα κάποιου από εμάς
3.      Θεός. Τύχαν ἀγαθάν. Ἐπικοινῆται | [...]ώι τῶι Διί τῶι Νάωι καὶ τᾶι Διώναι ἦ τυγ|χάνοι και ἀμελήσασα καὶ ταῦτα νο|σοῦσα περί τῶν ὀμμάτων (τέλος 5ου-αρχές 4ου αι. π.Χ.)
Θεός. Τύχη αγαθή. Ερωτά η [...]ώι τον Δία τον Νάιο και τη Διώνη εάν αρρώστησαν τα μάτια μου επειδή σας παραμέλησα
4.      Περ’ ἰκτέρου τίνι θεῶν ἢ θε|ᾶν θύειν χρή ἵνα τελέως ἰ|άσομαι;  (α΄ μισό 4ου αι. π.Χ.)
Για τον ίκτερο σε ποιόν θεό ή θεά χρειάζεται να θυσιάσω για να θεραπευτώ τελείως;
5.      Θεός. Τύχα. Ἐπερωτῆ Μενέστας | Δία Νάϊον καὶ Διώναν ἦ ἐσσῆται| αὐτῶι ἐρσεντέρα γενεά ἐκ τᾶς | γυναικός τᾶς νῦν … (μέσα 4ου αι. π.Χ.)
Θεός. Τύχη. Ερωτά ο Μενέστας τον Δία τον Νάιο και τη Διώνη εάν θα αποκτήσει άρρενες  απογόνους από την τωρινή γυναίκα του ...
6.    Κίττωι εἰ ἔστι ἡ ἐλευ|θερία ἡ παρά Διονυσίου | ἣν οὖν ἔθετ’ αὐτῶι  | Διονύσιος (μέσα 4ου αι. π.Χ.)
Είμαι ο Κίττος, ο δούλος του Διονύσιου, και ερωτώ εάν η ελευθερία που μου υποσχέθηκε ο Διονύσιος θα γίνει πράξη
7.      Ἀγελόχωι ἐξ  | Ηεργετίω hο|ρμημένωι | ἄμεινόν ἐστι  | γαοργῆ[ν];  (γ.350-300 π.Χ.)
Είναι προτιμότερο για τον Αγέλοχο, που προέρχεται από το Εργέτιο [της Σικελίας], να ασχοληθεί
            με γεωργικές εργασίες. 
  8.  ἰς Καρχαδόνα κα τυγχάνοιμι κατα|πλῆν ἐκεῖ καὶ κωεκῶν ἐμπορευόμε|νον ἐπί σωτηρίαι αὐτοῦ καὶ  ναός | καὶ χρημάτων; (α΄ μισό 4ου αι. π.Χ.)

Θα είμαι ασφαλής εγώ, το πλοίο και η πραμάτεια μου στο ταξίδι που θα κάνω στην Καρχηδόνα για εμπόριο ενδυμάτων από την Κω; 

______________________________

Οι επιγραφές (1, 2, και 7) είναι γραμμένες σε δωρική διάλεκτο. Θα προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε (μερικούς τύπους) από δωρική σε αττική διάλεκτο, στις επιγραφές αυτές, δηλαδή τις 1, 2, και 7.

Στην 1η επιγραφή: το «τύχαν» όπου έχουμε το  δωρικό -α-, στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -η- και λαμβάνει τη μορφή: «τύχην»˙
ακόμη, «τοι» όπου έχομε το δωρικό -τ-. και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -σ- και λαμβάνει τη μορφή «σοι»˙
επίσης, «τωγαθόν» όπου έχουμε το δωρικό -ω- και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -α- και γίνεται «ταγαθόν».

Στην 2η επιγραφή: το «ταν» και «Διώναν», όπου έχουμε το δωρικό -α- και στην αττική διάλεκτο αλλάζουν με το αττικό -η- και γίνονται αντίστοιχα «την» και «Διώνην»˙
ακόμη, ο υποθετικός σύνδεσμος «ή», όπου έχουμε το δωρικό -ή- και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό «ει».

Στην 7η επιγραφή: το «Ηεργετίω», όπου έχουμε το δωρικό -ω- και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -ου- και γίνεται «Ηεργετίου»˙
ακόμη, «γαοργή(ν)» όπου έχομε το δωρικά -α- και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -ε- ενώ, στην κατάληξη το δωρικό -ήν- αλλάζει με το αττικό -είν- και λαμβάνει τη μορφή «γεωργείν».



Ο «θεϊκός» κόσμος των αρχαίων Ελλήνων

Ο διάχυτος χαρακτήρας του «ιερού» εκφραζόταν με μια σχέση οικειότητας, έντονο χαρακτηριστικό της ελληνικής θρησκευτικότητας.. Η θεότητα δεν ήταν απρόσιτη μήτε απόμακρη˙ η παρουσία της σημάδευε κάθε σημαντική στιγμή της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής. Στη συλλογική αίσθηση επομένως, ανέκαθεν υπήρχε μια συγκατοίκηση της γενιάς των θεών και των ανθρώπων.
Σε αντίθεση με τη σημερινή μορφή των θρησκειών, το ελληνικό τελετουργικό (καθώς περί αυτού επρόκειτο), δε στηρίχθηκε σε καμία «θετική» αποκάλυψη που εδόθη άμεσα στους ανθρώπους από τους θεούς, δε διέθετε κανένα ιερό βιβλίο που να περιείχε αποκαλυπτικές αλήθειες˙ επομένως έχομε απουσία ειδικών ερμηνευτών (δηλαδή κάποιου είδους επαγγελματικής ιερατικής κάστας), αφού η άσκηση των ιερατικών λειτουργιών ήταν, θεωρητικά, ανοικτή σε κάθε πολίτη. Επίσης, δεν είχε τη μορφή ιεραρχημένης οργάνωσης (όπως συμβαίνει στις μονοθεϊστικές θρησκείες) που να ερμηνεύει, καθοδηγεί και διευθύνει τις τελετές λατρείας, αποτελώντας τη βάση ενός θεολογικού συστήματος. Απουσία λοιπόν, δογμάτων πίστεως αλλά και όσων προέγραψα, δε μας επιτρέπεται να ομιλούμε για μια ελληνική «θρησκεία» αλλά περισσότερο για πράξεις ευσέβειας, καθώς η θρησκευτικότητα των αρχαίων Ελλήνων συνίσταται στην ακριβή τήρηση των λατρευτικών τελετών στις οποίες εκφράζεται ο σεβασμός και αποδίδονται οι οφειλόμενες τιμές στους θεούς, κυρίως μέσω των θυσιών και των αναθηματικών προσφορών.
Στο 2ο έλασμα γίνεται αντιληπτή αυτή η ευσέβεια καθώς οι ερωτώντες νιώθουν ντροπή για πιθανή ηθική βλάβη στη σχέση των με τους θεούς λόγω κάποιου παραπτώματος που ίσως διέπραξαν˙ δια τούτο κι η βαρυχειμωνιά ως πιθανή τιμωρία απέναντι στη ασέβεια που επέδειξαν με την πράξη τους. Όπως και στο 3ο έλασμα, ερωτούσα τον Δία το Νάιο και τη Διώνη για την ασθένεια των οφθαλμών της, η πάσχουσα αποδίδει την κατάστασή της στο ότι οι θεοί την εκδικήθηκαν επειδή τους παραμέλησε. Το «δούναι και λαβείν» μεταξύ ευσέβειας και ασέβειας λειτουργεί και σ’ αυτό το ερώτημα. Συγχρόνως, όμως, και στα δύο αυτά ελάσματα παρατηρούμε και την ηθική διάσταση των ερωτημάτων καθώς, οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι οι θεοί των, ενδιαφέρονται για τη δικαιοσύνη και για τις πράξεις των ανθρώπων, επομένως αν κάποιος άνθρωπος αμάρτανε, τότε διέτρεχε τον κίνδυνο να προκαλέσει το θυμό των θεών. Η αμαρτωλή πράξη ενός ατόμου ήταν ικανή να επιφέρει ενίοτε την θεϊκή τιμωρία και εις ολόκληρη την κοινότητα.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι θεοί ήλεγχαν την έκβαση όλων των πραγμάτων. Προσεύχονταν σε αυτούς κι είχαν τη γενικευμένη συνήθεια να τάζουν, ως ένδειξη πίστης στις θεότητες τους, προσφορές αν είχε καλή έκβαση, για παράδειγμα μια επιχείρηση˙ τέτοιες επιχειρήσεις μπορεί να ήσαν κάποιες λειτουργίες (υπηρεσίες οι οποίες εκτελούνταν με βάση το καλό του κοινωνικού συνόλου από πολύ πλούσιους πολίτες, οι οποίοι επιλέγονταν από κρατικούς λειτουργούς, για να εκπληρώσουν κάποιες πολυδάπανες κρατικές λειτουργίες όπως, η τριηραρχία που συνεπαγόταν τη διοίκηση μιας τριήρους για ένα έτος ή λειτουργίες εξίσου δαπανηρές όπως η διενέργεια μεγάλων θρησκευτικών εορτών˙ κάποιες μάλιστα από αυτές, γνωστές και ως χορηγίες, απαιτούσαν εστιάσεις για τους συμμετέχοντες και η σωστή διεκπεραίωση τους θα εξασφάλιζε την ευμένεια των θεών για το κοινωνικό σύνολο). Νομίζω, ένα καλό παράδειγμα μας παρέχεται από το 1ο έλασμα που δεν αποτελεί μεν λειτουργία, ωστόσο φαίνεται η εναγώνια παράκληση των Κερκυραίων στο μαντείο της Δωδώνης για ευμένεια των θεών ώστε να επιτευχθεί η απαραίτητη ομόνοια προς το συμφέρον του συνόλου.
Το 1ο έλασμα αποτελεί δε το αρτιότερο ίσως δείγμα μεταξύ των οκτώ ελασμάτων της προσφώνησης (εις ό,τι αφορά τη δομή και τα γνωρίσματα της αρχαίας ελληνικής «θρησκείας») καθώς:
α. μας δείχνει το πλαίσιο της λατρείας, εν προκειμένω λατρεία στο πλαίσιο μιας πόλεως, της Κέρκυρας˙
β. τον τελετουργικό χαρακτήρα, εν τοιαύτη περιπτώσει, οι προσευχές των Κερκυραίων, οι οποίες θα συνόδευαν τις θυσίες ή τις υγρές προσφορές για την επίτευξη του σκοπού˙
γ. σε ποιον θεό ή ήρωα θα απευθυνόταν η συγκεκριμένη θυσία (ουράνιες θεότητες, χθόνιες θεότητες ή «ημίθεο» ήρωα) κάτι που μας «γνωρίζει» τον πολυθεϊστικό χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας˙
δ. η προσφυγή στο μαντείο τονίζει την ηθική διάσταση εις ό,τι αφορά τη στενή σχέση που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ θρησκείας και ηθικής και τις κατάλληλες διαδικασίες – απαραίτητες για τον κατευνασμό του θεϊκού θυμού και την ομόνοια που διακαώς προσδοκούσαν οι Κερκυραίοι για το συμφέρον του συνόλου˙
και ε. η ένδειξη πίστεως μέσω της θυσίας και της προσευχής – κοινή πεποίθηση ότι οι θεοί ήλεγχαν την έκβαση όλων των πραγμάτων.


Οι κοινωνικές αξίες και η διάκριση των τάξεων

Στην αρχαία Ελλάδα η οικογένεια ή οίκος ως βασική μονάδα σύστασης έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στη δομή της ελληνικής κοινωνίας. Οι αρχαίες ελληνικές αξίες που αφορούσαν την οικογένεια διασφάλιζαν την τιμή της και εξασφάλιζαν το μέλλον της. Ο οίκος ως κοινωνική, θρησκευτική και οικονομική μονάδα, περιελάμβανε εκτός από την πυρηνική οικογένεια, όλα τα πρόσωπα που ζούσαν σ’ αυτόν, τους όποιους άλλους συγγενείς, μαζί με δούλους, συν τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Επιπροσθέτως, η έννοια του οίκου περιέκλειε τις λατρείες των μελών του, τους προγόνους και τους τάφους των.
Ο γάμος ήταν η αφετηρία της οικογένειας και, η προσωπική ασφάλεια των αρχαίων Ελλήνων αρκετές φορές εξαρτιόταν από την προστασία των μελών του οίκου. Αυτό εξηγεί και το φαινόμενο της ενδογαμίας που καθιστούσε την οικογένεια ασφαλέστερη λόγω της εξ αίματος συγγένειας των μελών που την απάρτιζαν. Η δυσκολία ή η ανωμαλία που θα διατάρασσε τις ισορροπίες του οίκου, προήρχετο αποκλειστικώς από τις περιπτώσεις που ο πατέρας της οικογένειας μετά θάνατο, δεν άφηνε γιο αλλά κόρη. Εν τοιαύτη περιπτώσει, αυτό λυνόταν από έναν από τους πιο παράξενους θεσμούς στο αθηναϊκό δίκαιο, την επίκληρο κόρη, της οποίας ο μελλοντικός υιός θα κληρονομούσε της ακίνητη περιουσία του οίκου που δεν μπόρεσε η ίδια να το πράξει λόγω θεσμικού κωλύματος. Στο 5ο έλασμα παρατηρούμε την αγωνία του πατρός Μενέστα εάν η τωρινή του σύζυγος θα του δώσει άρρενες απογόνους. Ωστόσο, εάν ένας άνδρας δεν είχε γνήσιους γιους, την πιο κοινή λύση αποτελούσε η υιοθεσία.
Όλα όσα προέγραψα, τονίζουν σαφέστατα την τεράστια σημασία που δινόταν στη γη, στην ιδιοκτησίας της αλλά και, στη διατήρησή της από γενιά σε γενιά.

Οι κοινωνικές αξίες γίνονται περισσότερο αντιληπτές από τις διακρίσεις μεταξύ των μελών της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας. Η πιο εντυπωσιακή διάκριση εξ αυτών ήταν αυτή μεταξύ των ελεύθερων πολιτών και των δούλων. Έχει σημασία να σταθούμε έστω και επιδερμικά στις κοινωνικές τάξεις, προτού περάσουμε στις υπόλοιπες αξίες των αρχαίων Ελλήνων, ώστε να σκιαγραφήσουμε τις διακρίσεις που υπήρχαν μεταξύ των μελών της κοινωνίας.
Οι ελεύθεροι πολίτες απολάμβαναν πλήρη δικαιώματα, κατείχαν γη (αποκλειστικό προνόμιο της συγκεκριμένης τάξεως) και δραστηριοποιούνταν ενεργά στην πολιτική ζωή. Μέρος ωστόσο, της σημαντικότερης κοινωνικής ομάδας του αθηναϊκού κράτους – αυτή που διέθετε και αρκετό πλούτο, εξασφάλιζε τις ανώτατες τιμές από τη συμβολή της στις στρατιωτικές δαπάνες, κάτι που τη διαχώριζε από τους υπόλοιπους ελεύθερους πολίτες με ασθενή οικονομική επιφάνεια και ισχύ. Ήταν το κομμάτι της κοινωνίας εκείνο που δε φορολογούταν όπως οι υπόλοιποι ελεύθεροι πολίτες ή άλλες κατώτερες κοινωνικές τάξεις όπως οι μέτοικοι. Οι πλούσιοι κατέβαλλαν εισφορές με άμεση φορολογία (π.χ. για αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών), η οποία επιβαλλόταν με βάση το κεφάλαιο και όχι το εισόδημα. Ήταν επίσης υπόχρεοι για ένα πλήθος δημόσιες υπηρεσίες που τις πλήρωναν απ’ την τσέπη τους, τις λεγόμενες «λειτουργίες» όπως ανάφερα προηγουμένως. Να συμπληρώσουμε σε αυτό το σημείο ότι οι λειτουργίες ήταν για κάποιον ένας καλός τρόπος να επιδείξει τα πλούτη του και τον πατριωτισμό του, αλλά και, μια μορφή εξασφάλισης από διάφορες δικαστικές περιπέτειες στο μέλλον˙ η υπενθύμιση στο δικαστήριο της προσφοράς του στο κράτος μέσω μιας λειτουργίας, θα του εξασφάλιζε αθώωση. Δια τούτο και μερικές λειτουργίες ενίοτε κάποιοι τις αναλάμβαναν εθελοντικά.

Στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις συμπεριλαμβάνονται οι μέτοικοι, οι δούλοι κ.α.
Οι μέτοικοι δε μπορούσαν να είναι ιδιοκτήτες γης ή να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή˙ ενώ ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν πρόσθετο φόρο. Η κοινωνική τους θέση δε διέφερε σημαντικά απ’ αυτήν των απελευθερωμένων δούλων. Πληθυσμιακά αναπτύσσονταν στα εμπορικά κέντρα, όπως για παράδειγμα ο Πειραιάς, η Μίλητος και η Κόρινθος. Ουσιαστικά αποτελούσε την ολοένα αναπτυσσόμενη τάξη που ασχολούνταν με το εμπόριο σε ξηρά και θάλασσα. Ωστόσο, η κατοχή ακίνητης περιουσίας ήταν ο επιθυμητός πλούτος καθώς η ανώτερες κοινωνικές τάξεις της εποχής, έδειχναν περιφρόνηση για το εμπόριο και τη χειρονακτική εργασία, η οποία είτε προήρχετο από καταρτισμένους τεχνίτες είτε από δούλους. Το εμπόριο όμως δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των μετοίκων. Υπάρχουν και ενδείξεις, ανεπαρκείς όμως, που κάνουν λόγο για θαλάσσιο εμπόριο που διεξήγαγαν πολίτες, όσο όμως χρειαζόταν. Από το 8ο έλασμα αντλούμε κάποια στοιχεία.
Οι δούλοι δίχως κανένα δικαίωμα, ανήκαν αποκλειστικά στον αφέντη τους. Η κατάργησή της δουλείας θα σήμαινε μια σειρά καινοτομιών, την αποδόμηση ολόκληρου του κοινωνικού μηχανισμού της εποχής, συν την εκμηδένιση του ελεύθερου χρόνου των ανώτερων τάξεων – θα άλλαζε το ρου της ιστορίας.

Συνεχίζοντας με τις κοινωνικές αξίες της ιδιωτικής ζωής, θεωρώ σημαντικό να αναφερθώ και σε αυτές που αναπτύχθηκαν εκτός πλαισίου οικογένειας. Παρατηρείται μια ανεκτικότητα στις εξωσυζυγικές σχέσεις των ανδρών καθώς δεν έθεταν σε κίνδυνο τη νομιμότητα των παιδιών. Ακόμη, η συναναστροφή των με εταίρες ήταν πράξη ανεκτή από την κοινωνία. Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις των ανδρών, ανεκτές κυρίως όταν είχαν τη μορφή εκπαίδευσης ή μύησης από έναν μεγαλύτερο άνδρα σε έναν μικρότερο. Ο Πλάτωνας εξιδανίκευσε τέτοιου είδους σχέσεις˙ πίστευε ωστόσο ότι τέτοιες σχέσεις θα έπρεπε να είναι πνευματικές και όχι σαρκικές.
Η αρχαία ελληνική φιλία, σημαντική αξία, τόσο για την αλληλοεκτίμηση στην οποία μπορούσε να οδηγήσει δυο ανθρώπους, όσον και να προσλάβει και πιο επίσημο χαρακτήρα. Οι φίλοι, για παράδειγμα,  ήταν χρήσιμοι στο πλαίσιο ενός εράνου, να δανείσουν χρήματα χωρίς τόκο ή να είναι μάρτυρες σε κάποια οικονομική συναλλαγή. Ως μάρτυρες σε κάποιο δικαστήριο υπέρ κάποιου ανωτέρας τάξεως που ύστερα θα τους ευνοούσε στην κοινωνική τους ανέλιξη. Με το ίδιο σθένος οι αρχαίοι Έλληνες ήταν εις θέσιν να βλάψουν κάποιον κοινωνικά, πολιτικά ή οικονομικά, προσδιορίζοντας σαφώς και το αντίθετο όμως της φιλίας, την έχθρα.
Επίσης, σημαντική αρετή και υψηλή ηθική υποχρέωση υπήρξε η φιλοξενία. Οι αρχαίοι είχαν θεοποιήσει τη φιλία προς του ξένους. Ας μην ξεχνούμε, ο Ξένιος Ζευς, προστάτευε τους ξένους κι ήταν θεός της φιλοξενίας.
Χαρακτηριστική είναι και η σαφής διάκριση ανάμεσα στις αξίες των γυναικών και των ανδρών στη δημόσια ζωή.
Ο ρόλος των γυναικών περιοριζόταν στα στενά πλαίσια του θρησκευτικού τομέα. Οι ιέρειες ωστόσο έχαιραν μεγάλου σεβασμού και ήταν διακεκριμένα πρόσωπα της κοινωνίας. Το φαινόμενο δεν περιοριζότανε στο αθηναϊκό κράτος αλλά, και στα περισσότερα μέρη του ελληνικού κόσμου που πληροφορούμαστε για πολλές διαπρεπείς ιέρειες.
Πέραν της θρησκείας, οι άνδρες ασχολούνταν κυρίως με τον πόλεμο, την πολιτική και τη δικαιοσύνη. Ο πολίτης όφειλε να συνεισφέρει με τη στρατιωτική του θητεία, να πολεμήσει με γενναιότητα για το κράτος του όταν θα χρειασθεί, να επιτελέσει πολλά και σημαντικά δημόσια καθήκοντα κατά τη διάρκεια της ζωής του (Εκκλησία του δήμου, Βουλή των Πεντακοσίων, δημόσια δικαστικά αξιώματα κ.α.).



Οικονομικές αξίες και δραστηριότητες

Από τα ομηρικά έπη αντλούμε αρκετές πληροφορίες σχετικά την αξία που έδιναν στον πλούτο οι αρχαίοι Έλληνες, ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή ή ακόμη και από την  εποχή του Σιδήρου. Η γαιοκτημοσύνη προερχόμενη κάποιες φορές από εμπορικές συναλλαγές, υπήρξε η κύρια πηγή πλούτου, τον οποίον οι ομηρικοί ήρωες δαπανούσαν επιδεικτικά, πράγμα που τους επέφερε τιμή.
 Ο Ησίοδος, σχεδόν σύγχρονος του Ομήρου, στο «Έργα κα Ημέραι» μας δίδει σημαντικές πληροφορίες για τη γεωργία που ο ίδιος θεωρούσε, είδος οικονομικής δραστηριότητας προτιμότερο και ασφαλέστερο του εμπορίου. Το ερώτημα στο 7ο έλασμα μας δείχνει πώς στην καθημερινή ζωή λειτουργούσε αυτό το δίπολο, γεωργία - εμπόριο. Άλλες οικονομικές δραστηριότητες ήταν: η κυριότητα δούλων και η απολαβή της αμοιβής για την εργασία τους. Ακόμη, δούλοι υποθηκευμένοι όπως η κτηματική περιουσία μέχρι να ξεπληρωθεί το δάνειο κ.α.˙ η ιδιοκτησία και η ενοικίαση κατοικιών, δανεισμός χρημάτων με τόκο (όπως τα ναυτιλιακά), ο χωρίς τόκο δανεισμός στο πλαίσιο του εράνου. Κλείνοντας την ενότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων, να πούμε πως αυτές των γυναικών περιορίζονταν εξ ολοκλήρου στον οίκο, ως οικονομική διαχείριση.



Σχέση θρησκείας – ιατρικής με στόχο την Υγεία

Η υπέρβαση των αρχαίων Ελλήνων με την ιατρική – ένα επιστημονικό πεδίο, στο οποίο κυριολεκτικά διέπρεψαν – έθεσε τις βάσεις ώστε να αρχίσει να αμφισβητείται πλέον η παντοκρατορία της «θρησκείας» ως κύρια λυτρώτρια που απήλλασσε τους θνητούς από κάθε ασθένεια. Περισσότερο αντιληπτή γίνεται αυτή η σχέση στο ερώτημα του 4ου ελάσματος, αλλά και στο 3ο – όχι με την έννοια της παρακλήσεως όπως στο 4ο, αλλά με αυτήν της τιμωρίας.
Το πρώτο βήμα έγινε με την παραδοχή και σπουδαιότητα του εγχειρήματος. Απελευθερωμένο από τη δεισιδαιμονία, τα φιλοσοφικά δόγματα και τη θρησκεία που είχαν παρεισφρήσει στην ιατρική τον 6ο - 5ο αι. π.Χ., με το επιστημονικό πνεύμα αναγνωρίζεται ότι κάθε ασθένεια έχει φυσικό αίτιο. Κρίθηκε επιτακτική ανάγκη η αποκτηθείσα πείρα έως τότε και η λεπτομερή καταγραφή των ασθενειών, να προηγηθούν για το καλό του πάσχοντος˙ να παραμεριστούν οι συμπτώσεις και τα υπερφυσικά αίτια και όσοι μέσω θυσιών προσέμεναν θεραπείες εξ ουρανού.
Ας το παραλληλίσουμε, βλέποντας την πομπή να φθάνει στον ιερό τόπο, δημιουργεί κύκλο, ο οποίος περικλείει τον τόπο θυσίας, αλλά και τον θυσιαζόμενο ασθενή. Ο κύκλος των «συνενόχων» ολοκληρώνεται απ’ όσους βρίσκονται στο εξωτερικό τμήμα. «Ο ασθενής στο έλεος του Θεού». Νομίζω πως, αυτό κατήργησε σε μεγάλο βαθμό η ιατρική επιστήμη!



Επίλογος
Τονίσαμε ιδιαιτέρως τη στενή σχέση που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ θρησκείας και ηθικής και τις κατάλληλες διαδικασίες (τελετουργικό) – απαραίτητες για τον κατευνασμό του θεϊκού θυμού και για οτιδήποτε απασχολούσε τον έλληνα άνθρωπο. Οι κοινωνικές αξίες, οι οποίες γίνονται περισσότερο αντιληπτές από τις διακρίσεις μεταξύ των μελών της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας και η πιο εντυπωσιακή διάκριση εξ αυτών που ήταν αυτή μεταξύ των ελεύθερων πολιτών και των δούλων. Ωστόσο, η αξία της έντιμης φιλίας και της «αξόδευτης» φιλοξενίας, μας άφησε ωραία γεύση στο τέλος!
Δημήτρης Δικαίος



________________________________________

Βιβλιογραφία

  • Ι. Βούρτσης, «Εξέλιξη και διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας» στο: Ι. Βούρτσης και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Α`: Η Έννοια του Πολιτισμού, Όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Vegetti, M., «Ο άνθρωπος και οι θεοί» στο Borgeaud, P. et al., Ο έλληνας άνθρωπος, μτφρ. Χ. Τασάκος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996˙
  • ·         Α. Κουκουζέλη, «Θρησκευτικές αξίες» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999, σ. 35.
  • ·         Andrewes, A., Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2003, σ. 325.
  • ·         Burkert, W., Αρχαία ελληνική θρησκεία, μτφρ. Ν. Π. Μπεζεντάκος - Α. Αβαγιανού, εκδ.Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993, σ. 140.

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Η σχέση των Ευρωπαίων περιηγητών με τις ελληνικές αρχαιότητες και με την αρχαιολογική έννοια της πολιτισμικής συνέχειας. Η εξιδανίκευση του κλασικού παρελθόντος στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. | Του Δημήτρη Δικαίου

"Ο λόρδος Βύρων στο νεκροκρέβατό του",
έργο του Joseph-Denis Odevaere.

Πρόλογος 
Τα μέσα του 18ου αιώνα θεωρούνται ορόσημο τόσο για την Ευρώπη όσο και για τον υπόδουλο ελληνικό χώρο, καθώς παρατηρείται μια σειρά από καθοριστικές μεταβολές που εστιάζουν στη διαμόρφωση των πνευμάτων και του στοχασμού. Στις ενότητες που ακολουθούν γίνεται λόγος για την εξιδανίκευση της κλασικής αρχαιότητας από Ευρωπαίους και Έλληνες αστούς˙ τη διαμόρφωση της νεοαστικής συνείδησης˙ το δίσημο ρόλο των περιηγητών˙ την εποχή προπαρασκευής από τους Έλληνες Διαφωτιστές και τέλος, το πώς και με ποια «εργαλεία» επετεύχθη η πολυπόθητη πολιτισμική συνέχεια.



Ραγδαίες εξελίξεις που «κόβουν τον αιώνα στα δύο»

Ο 18ος αι. ήταν η Εποχή της Λογικής και του Ορθού Λόγου με ολοένα και περισσότερο συστηματικό ενδιαφέρον για την Αρχαιότητα ως πηγή πληροφοριών για το ανθρώπινο παρελθόν.
Ο Διαφωτισμός ως πολυπολιτισμικό όραμα υπήρξε το πνευματικό τέκνο ενός νέου ουσιαστικού, του πολιτισμού, ο οποίος συμπύκνωνε την ιδιαιτερότητα της πολιτικής και πνευματικής συγκυρίας της εποχής, ενώ αμφισβητούσε ανοικτά την απολυταρχία και τις πολιτισμικές της αξίες. Ραγδαία δε, υπήρξε η διάδοση και η δημοτικότητα του πολιτισμού μεταξύ των Διαφωτιστών που καθιέρωσαν έναν νέο τρόπο μελέτης της κοινωνίας, βασισμένο στη σύγκριση και στην κατανόηση της εξέλιξής της, συνθέτοντας διαφορετικές εκφάνσεις της, αφορώντας είτε τους θεσμούς, πολιτικούς και κοινωνικούς, είτε τη θρησκεία, τις τέχνες, τα ήθη, τις ιδέες κτλ. Για τους Γάλλους αρχικά και μετέπειτα για τους Άγγλους Διαφωτιστές, η επιθυμία για μια βαθιά και συνολική μεταρρύθμιση προϋπέθετε την ανάπτυξη και διάδοση της γνωστικού και επιστημονικού πεδίου μέσω διαδικασιών διαμόρφωσης και τελειοποίησης των κοινωνικών ηθών και θεσμών, προσδίδοντας έτσι στον πολιτισμό, μια οικουμενικότητα, συνεχώς μεταλάσσουσα με απώτερο στόχο μια ιδανική μελλοντική κοινωνία.
            Στον αντίποδα, ωστόσο, του Ορθού Λόγου του πολιτισμού που επικεντρώνεται στην κοινωνική συμπεριφορά και στην επιφανειακή κομψότητα του ατόμου, η κουλτούρα ως προϊόν αντιπαράθεσης μεταξύ των παραγκωνισμένων αστών διανοουμένων και της αριστοκρατίας της Γερμανίας, εστιάζει στον εσωτερικό πλούτο και στη διάπλαση του χαρακτήρα του. Οι αστοί έξω από κάθε πολιτική δραστηριότητα αναζήτησαν διέξοδο στην αναγεννησιακή ατμόσφαιρα της έντονης καλλιτεχνικής και μορφωτικής περιόδου, έχοντας ως μητροπόλεις τους τα ισχυρά εμπορικά κέντρα της εποχής. Η νεοπαγής αστική τάξη που άνθησε οικονομικά εξαιτίας της θεαματικής ανάπτυξης του εμπορίου και της βιοτεχνίας, καταξίωσε τη θέση της στην πολιτισμική ιεραρχία.
Οι αστοί διανοούμενοι του ουμανισμού εμπνεύστηκαν από την περίοδο της κλασικής αρχαιότητας καθώς ανακάλυψαν μια προ-μαγιά εναρμόνισης του μοντέλου της κοσμικής, φιλελεύθερης και ορθολογικής κουλτούρας που ταυτιζόταν τόσο με την αντιπαράθεσή των με την αριστοκρατία και τη θρησκεία όσο και με τον πρακτικό τρόπο σκέψης των.

Τα είδη και τα κείμενα της ελληνορωμαϊκής γραμματείας κατείχαν εξέχουσα θέση στην πολιτιστική ιεραρχία της νεοαστικής συνείδησης. Εξαιτίας της αυξανόμενης οικονομικής ισχύος των, οι αστοί έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα στην αριστοκρατία καθώς υπερίσχυσαν τα αισθητικά ιδεώδη τους έναντι της αυλής. Εξασκώντας τις βασικές τέχνες, προάχθηκαν στον σημαντικότερο καταναλωτή τόσο των καθιερωμένων «καλών τεχνών» όσο και των νεώτερων, επιθυμώντας μια πιο καθαρή και σαφή γραμμή ενάντια στη δεξιοτεχνία και λαμπρότητα του ροκοκό που υιοθέτησε με ενθουσιασμό η ευρωπαϊκή αυλική τέχνη, ρυθμός που όμως στερείτο προγράμματος και κανόνων˙ όλων δηλαδή εκείνων των στοιχείων που οι Διαφωτιστές, οι δάσκαλοι και οι καλλιτέχνες της Ακαδημίας συνέδεαν με το αισθητικό ιδεώδες, συνώνυμο του Αληθινού και του Ιδανικού˙ που κοντολογίς θα λέγαμε διαμόρφωσε την έννοια της «υψηλής τέχνης».

            Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κλασικής ελληνικής τέχνης, δηλαδή η ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο, αποτέλεσαν στόχο και προϋπόθεση κάθε μεγάλης τέχνης, εξιδανικεύθηκε δε από τους αστούς διανοούμενους και καλλιτέχνες από τα μέσα του 18ου αι. κι έπειτα˙ επιπροσθέτως, ο νεοκλασικισμός, η κεντρική δηλαδή σημασία που είχαν για την εποχή (περίοδος αφετηρίας του Νεοελληνικού Διαφωτισμού) τα καλλιτεχνικά πρότυπα της αρχαιότητας, αποτέλεσαν την επίσημη τέχνη της Γαλλικής Επανάστασης και συνάμα την αισθητικά ενδεδειγμένη έκφραση κάποιων αιώνιων και οικουμενικών αληθειών. Οι Ακαδημίες Τέχνης, απόρροια αρχικά της μεγαλομανίας των ηγεμόνων, μετεξελίχθηκαν συν τω χρόνω σε φυσικούς χώρους καλλιέργειας του αστικού αισθητικού ιδεώδους, ενώ καταλυτικός υπήρξε και ο ρόλος τους στην καθιέρωση και διεθνοποίηση του νεοκλασικού ρεύματος.


Οι Έλληνες Διαφωτιστές και η εποχή προπαρασκευής 
του νέου κράτους – έθνους

Το σύνολο των πνευματικών και συνειδησιακών φαινομένων της νέας ελληνικής ιστορίας που κοντολογίς ονομάζουμε Νεοελληνικό Διαφωτισμό, συνδέεται άρρηκτα με τη γενικότερη προαγωγή του ελληνισμού μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774 και αργότερα, ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. δηλαδή την περίοδο της εθνικής Παλιγγενεσίας. Ποιοι όμως είναι αυτοί οι παράγοντες που οδήγησαν στην ανάπτυξη αυτών των φαινομένων;
  • Η ελληνική αστική εμπορική τάξη, η οποία αποτέλεσε τον κατεξοχήν φορέα ενός δυναμισμού με συνεχώς αυξάνουσα ακτινοβολία. Ο ελλαδικός χώρος αποτέλεσε πέρασμα θαλάσσιων εμπορικών γραμμών, κύρια πύλη εξόδου σημαντικού αριθμού δραστήριων Ελλήνων προς την ακμάζουσα Δύση το 18ο αι., όσο και εισόδου αστικών, ευρωπαϊκών και καπιταλιστικών ιδεών, απόρροια της αυξανόμενης μεταναστευτικής ροής των Ελλήνων στην Ευρώπη και στα γειτονικά με την οθωμανική επικράτεια κράτη˙ επηρεασμένη θετικά από τις συγκροτημένες ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού που αναπτύχθηκαν κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά, ιδεολογικά και λειτούργησαν ως προθάλαμος εκείνων των συνθηκών για τη μετέπειτα γέννηση ενός εθνικού κράτους.
  • Οι επιδράσεις εντονότατες από το δυτικό κόσμο. Η ανάπτυξη της ελληνικής Τυπογραφίας στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού επικεντρώθηκε σε μεταφράσεις βασικών έργων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, όπως του Βολταίρου από τον Ευγένιο Βούλγαρη, του Νεύτωνα, του Καντ, του Καρτέσιου κ.α. στην ελληνική γλώσσα μέσω της οποίας, έγιναν γνωστά στην ορθόδοξη Ανατολή και στον οθωμανικό κόσμο. Οι άνθρωποι των γραμμάτων που προσκόμιζαν ενσυνείδητα τέτοιους οδηγούς στο γένος, συνέβαλαν στην εξάλειψη της αμάθειας των νεώτερων Ελλήνων και τους καθιστούσαν κοινωνούς μιας ευρύτερης γνώσης που ήταν προνόμιο των πολιτισμένων εθνών.
  • Τέλος, η στροφή προς τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και η εξιδανίκευση του κλασικού παρελθόντος λειτούργησε ευεργετικά και για το αναγνωστικό κοινό του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η γνωριμία αυτού του παρελθόντος για τους ευρωπαίους σήμαινε εξοικείωση με τον τρόπο ζωής και τη δυναμική του πολιτισμού των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Η δημοσίευση νέων εγχειριδίων αρχαίας ιστορίας και ο σχολιασμός μνημειωδών έργων κλασικών ιστορικών, όπως του Θουκυδίδη, λειτούργησαν προς αυτήν την κατεύθυνση.


Εντέλει, θα χρειασθεί η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και η Γαλλική Επανάσταση για να πυροδοτήσουν τις αναγκαίες κοινωνικές αλλαγές στο παλαιό σχήμα του υπόδουλου ελληνισμού. Η προσεκτική αντιβολή με τα δυτικά πράγματα γέννησε όρους κατάλληλους για προκοπή και αφύπνιση της εθνικής συνείδησης.

            Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτέλεσαν, ο Μοισιόδακας που «πολέμησε» για να επιβάλλει τις ανακαινιστικές απόψεις του, που αφορούσαν κυρίως στην υιοθέτηση της λαϊκής γλώσσας και φιλοσοφίας, και ο Καταρτζής (κι όσοι επηρεάστηκαν απ’ αυτόν: Βελεστινλής, Κωνσταντάς κ.α.) που θα αντλήσει τα επιχειρήματά του από τις δυτικές γλώσσες. Η διδασκαλία επίσης των φυσικών επιστημών που ακέρια έφθανε απ’ τη Δύση, η στροφή προς τις εθνικές γλώσσες για τη διδασκαλία και η οι ελληνικοί πρόγονοι που θα «πλημμύριζαν» την παιδεία, όταν θα είχαν πλέον γίνει κοινός τόπος και στα γράμματα, αλλά και στη ζωή των δυτικών, θα λειτουργούσαν ως κύριος αναμορφωτικός μοχλός για την ελληνική παιδεία.

Δύο σημαντικές μορφές του ελληνικού Διαφωτισμού, υπήρξαν ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ρήγας Βελεστινλής. Θα τολμούσαμε να πούμε, ως θεωρητικός της ελευθερίας ο πρώτος και ως θεωρητικός της επανάστασης αντίστοιχα, ο δεύτερος.
            Ο Κοραής επεδίωξε συστηματικά να «παντρέψει» την πολιτική ελευθερία με την αναμόρφωση της παιδείας και της κοινωνίας. Ο φιλελευθερισμός του προσέβλεπε στην άμεση αποσαφήνιση των πολιτικών προσανατολισμών του υπόδουλου ελληνισμού. Ο ενθουσιασμός του όμως παραμερίστηκε από ένα αντιγαλλικό – αντιδιαφωτιστικό ρεύμα, προερχόμενο κυρίως από το Πατριαρχείο. Οι οπαδοί του Κοραή και τα σχολεία του Διαφωτισμού έγιναν το «κόκκινο πανί» για τον Πατριάρχη που αποδοκίμασε τις νέες γλωσσικές θεωρίες και το πλούσιο συγγραφικό του έργο, το οποίο στόχο είχε την εθνική αφύπνιση μέσω της ανάδειξης της ιστορίας, της γλώσσας και του πολιτισμού των Ελλήνων.
            Ο Ρήγας «φύτεψε» το σπόρο της επανάστασης.  Η εξάπλωση των ιδεών του, ο «Θούριος», η Μεγάλη Χάρτα, η Νέα Πολιτική Διοίκησις κ.α. στόχευαν στην ένταξη της παιδείας στο πολιτικό πρόγραμμα της απελευθέρωσης.
            Εναρμονισμένους στόχους με τη ελληνική πραγματικότητα της εποχής είχε και η Φιλόμουσος Εταιρεία που επικεντρώθηκε στη βελτίωση της παιδείας των υπόδουλων Ελλήνων και στήριξε σθεναρά τη διάσωση της αρχαιολογικής κληρονομιάς από τη φθορά και τη διαρπαγή.


Με το βλέμμα στην Αρχαιότητα

Η αναζήτηση του αρχαίου ελληνικού ιδεώδους στάθηκε σκοπός ζωής για τους ευρωπαίους αστούς. Ο νατουραλισμός του ελληνικού πνεύματος αποτέλεσε την εστία των πόθων της Δύσης. Τα ομηρικά έπη θεωρήθηκαν από την ευρωπαίους λογίους ως το απρόσιτο αποκορύφωμα της ελληνικής λογοτεχνικής ιδιοφυίας. Για όσους προαναφέραμε, η κλασική αρχαιότητα ήταν ένας χαμένος κόσμος θεόμορφων ανδρών και ηρώων με έντονη ομορφιά και συναρπαστική διάνοια, προς ανακάλυψη.

Η εξιδανίκευση του κλασικού παρελθόντος, η υπόμνησή του από τους δυτικούς και ο ζήλος τους για τη μελέτη της κλασικής ιστορίας, ζήλος που έφθανε στο σημείο να μελετούν δευτερευόντως τη δική τους ιστορία, εμφανίζεται περισσότερο κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών του Διαφωτισμού, εποχή που οι έλληνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία αγνοούσαν ακόμη και τα ονόματα των επιφανών τους προγόνων. Συγχρόνως όμως η σχέση με την Αρχαιότητα και η συγγένεια με τους ένδοξους προγόνους εξαπλώθηκε αρκετά χρόνια πριν το Εικοσιένα. Η εξιδανίκευση του λαμπρού αυτού παρελθόντος ήταν, κατά μία έννοια και αναγκαιότητα του υπόδουλου ελληνισμού, καθώς η Ορθοδοξία παρότι συγκινούσε περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων στις αρχές του 19ου αι., ήρθε σε δεύτερη μοίρα καθώς ήταν διοικητικά ταυτισμένη με την οθωμανική Πύλη.


Μια «ολέθρια αγάπη» για τα Γλυπτά

Η κύρια εκδήλωση και συνάμα το «άπληστο» ενδιαφέρον των ξένων για τους θησαυρούς τη ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας εκδηλώθηκε στα τέλη του 18ου αι. και στις αρχές του 19ου αι.. Ο θαυμασμός για το αρχαίο ελληνικό μεγαλείο μαγνήτισε πλήθος ευρωπαίων περιηγητών, στόχος του οποίου υπήρξαν οι κλασικές αρχαιότητες, σωζόμενες και μη. Η περιοχή που δραστηριοποιήθηκαν αφορούσε κυρίως την Πελοπόννησο και την κεντρική Ελλάδα όπου η ελληνική γλυπτική είχε φθάσει στο απόγειό της. Η ίδια ωστόσο περιοχή έμελλε να αποτελέσει τρεις δεκαετίες αργότερα το νέο ελληνικό κράτος.
Η ευρωπαϊκή αριστοκρατία του 18ου αιώνα, περίοδος κατά την οποίαν η παιδεία ενός ευγενούς συνίστατο κυρίως στη σπουδή των κλασικών συγγραφέων, ήταν φυσικό οι αρχαιότητες της Ελλάδος και της Ρώμης να παρέχουν σε αυτήν κύριο πολιτισμικό ενδιαφέρον. Στην Μεγάλη Περιήγηση ή στο «μεγάλο πλιάτσικο», τολμούμε να πούμε, στον ελλαδικό χώρο την εποχή που προαναφέραμε, οι περισσότεροι ταξιδιώτες ήσαν Άγγλοι ευγενείς ή Γερμανοί πρίγκηπες, ηλικίας 20 έως 30 ετών που μόλις είχαν τελειώσει τις σπουδές τους και έκαμαν το «διδακτορικό» των ή «ασέλγησαν» με πεισμονή ως οι πλέον αδαείς επάνω στην προτομή ενός λαμπρού πολιτισμού – σε μια πρότυπη κλίμακα για το ανθρώπινο μέγεθος. Δεν έλειψαν ωστόσο και οι πιο οργανωμένες λεηλασίες και δη με βασιλική εντολή, όπως η περίπτωση του Λουδοβίκου του Α` της Βαυαρίας, του Ναπολέοντα κ.α. Υφαίρεση αρχαιολογικού πλούτου έπειτα από καλά συντονισμένες προσπάθειες, έκαμαν όμως και οι πιο ηλικιωμένοι συλλέκτες που συχνά έστελναν τους πράκτορές των να αγοράσουν αγάλματα, κοσμήματα και αρχαία νομίσματα για λογαριασμό τους.
Οι μεγάλες εθνικές συλλογές της Δύσης, όπως αυτές του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου, του Λούβρου στο Παρίσι ή του Altes Museum στη Βερολίνο, βρίθουν από μοναδικά γλυπτά της ελληνικής κλασικής και όχι μόνον, περιόδου. Αυτά τα κρατικά μουσεία «κυνηγούσαν» κομμάτια εξαισίου κάλλους και σπουδαιότητας που η λάμψη τους θα συνέβαλε στη δόξα του κράτους που θα τα είχε ως εκθέματα. Σε αυτό το σημείο, ευκαιρίας δοθείσης καθώς αναφερθήκαμε προηγουμένως και στο ρόλο του Βοναπάρτη εις ό,τι αφορά στο «μεγάλο πλιάτσικο» και την υφαρπαγή αρχαιοτήτων, ο Γάλλος μονάρχης στο γύρισμα του αιώνα με το δικαίωμα του νικητή, δε δίστασε να αφαιρέσει από τις ιταλικές συλλογές όλα τα μεγάλα έργα της ελληνικής γλυπτικής: από τον Λαοκόοντα έως τον Θνήσκοντα Γαλάτη˙ έργα πάνω στα οποία ο Βίνκελμαν βάσισε την Ιστορία της Τέχνης.
Ήταν λίγοι πράγματι, όσοι επέστρεφαν με άδεια χέρια. Ας το δούμε όμως από τη αρχή. Ενώ οι προηγούμενες γενιές περιηγητών αρκούνταν στο σχεδιασμό και τη μελέτη των αρχαιοτήτων – και οι σύγχρονοι ταξιδιώτες ικανοποιούνταν στο να σκιτσάρουν και να ζωγραφίζουν μνημεία του ελληνικού πολιτισμού, κάτι που δείχνει μια έντονη ευρωπαϊκή φιλοκαλία, αυτό με τον καιρό ανετράπη καθώς ορισμένοι περιηγητές είχαν αρχίσει να καταλαμβάνονται από αρπαχτική μανία. Η μανία όμως αυτή δεν ήταν απλώς κλεπτομανία. Ποίκιλλαν οι σκοποί της και τα κριτήρια. Όπως η δόξα για τον ευρόντα ή για τον αγοραστή επίσης. Ακόμη η ενίσχυση των Τεχνών στην πατρίδα τους ή ο πλουτισμός ενός Μουσείου. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλοί περιηγητές θεωρούσαν πως επιτελούσαν θεάρεστο έργο για την ανθρωπότητα καθώς πίστευαν ότι διέσωζαν πολύτιμες αρχαιότητες από τα «βάρβαρα» χέρια των Τούρκων.

Η περίπτωση «Έλγιν» χαρακτηρίζεται ως η πιο διαβόητη απ’ όσους λαφυραγώγησαν ελληνικά μνημεία για να πλουτίσουν ιδιωτικές συλλογές, εθνικά μουσεία ή και, να δοξάσουν το έθνος τους. Το μοιραίο χτύπημα στη φήμη του Λόρδου Έλγιν, όπου θα καθίστατο για τις μέλλουσες γενιές, ο ιερόσυλος που άρπαξε «τα θλιβερά υπόλοιπα μιας γης που αιμορροεί» αλλά και, στη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι σύγχρονοί του περιηγητές για τους δικούς τους λόγους ο καθένας και τα δικά του κριτήρια, έδωσε ο Λόρδος Βύρων˙ όταν το 1812 δημοσίευσε Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ και την Κατάρα της Αθήνας.
«Καληδονία, κοκκίνισε, γιατί είχε μάνα εσένα», μας λέει ο ποιητής.
Η λεηλασία του Παρθενώνα και, γενικότερα της Ακροπόλεως των Αθηνών από τον ίδιο αλλά και, από συγχρόνους του στην πενταετία – πληγή για την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά (δηλαδή από το 1801 έως και το 1805 όπου και απαγορεύεται πλέον κάθε υπεξαίρεση και ανασκαφή), υπήρξε ανεπανόρθωτη. Όχι μόνο έγινε σύληση αλλά και βανδαλισμοί, αφού για να καταφέρουν να αποσπάσουν τα γλυπτά, δε δίστασαν να γκρεμίσουν πολύτιμα αρχιτεκτονικά τμήματα.


Η επίκληση της Αρχαιότητας ως τεκμήριο προγονικής καταγωγής

Η σύνδεση των Νεοελλήνων με το απώτερο παρελθόν τους και η στροφή προς την αρχαιογνωσία, σκοπό είχαν την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης. Η εθνική ανεξαρτησία θα επιτυγχάνονταν, αποκτώντας οι Έλληνες συνείδηση του ιστορικού του παρελθόντος, ότι δηλαδή, είναι απόγονοι απευθείας των αρχαίων Ελλήνων. Έθνος με μακραίωνη κι ένδοξη ιστορία.
            Οι Έλληνες Διαφωτιστές σφυρηλατώντας ουσιαστικά της εκκοσμικευμένη ιστορική συνείδηση στη νεοελληνική παιδεία, στόχευαν στην αποκατάσταση της κλασικής προέλευσης των νεοελλήνων, αποκόπτοντάς τους μερικώς από την κοινή βιβλική καταγωγή των χριστιανικών λαών˙ και λέγω μερικώς, αφού δεν κάμφθηκαν ολοσχερώς οι αντιστάσεις του Πατριαρχείου. Το αξίωμα της συνέχειας, με το οποίο θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί αυτή η σύνδεση με τους αρχαίους, βρήκε έδαφος στη διαπίστωση της ενότητας της ελληνικής πολιτισμικής παράδοσης. Πειστική μαρτυρία και μέσο έκφρασης αυτής της παράδοσης, ήταν η ελληνική γλώσσα που συνέβαλλε στην ιστορική και πολιτισμική επιβίωση του ελληνικού λαού. Η επιβίωση επίσης του θρύλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η ευρεία διάδοση των ομηρικών επών, λειτούργησαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Το ενδιαφέρον εξάλλου για τα ιστορικά κατάλοιπα του παρελθόντος και η σύνδεση με την αρχική κοιτίδα μετατρέπει το πάγιο αίτημα της εποχής σε σημαντικό στοιχείο εθνότητας και προγονικής καταγωγής.




Επίλογος

Η σχέση των Ελλήνων με την Αρχαιότητα εξαπλώθηκε ως κοινή πεποίθηση αρκετά χρόνια πριν από το Εικοσιένα. Η Αρχαία Ελλάδα με τον πολιτισμό της τοποθετήθηκε ως αφετηρία της Ευρώπης˙ ως τόπος καταγωγής της, που εξηγεί τη σύγχρονη ακμή της, την πρόοδό της και τον πολιτισμό που η ίδια εκκόλαψε. Η εκλεκτική αυτή συγγένεια, Αρχαίας Ελλάδος και νεοτέρας Ευρώπης μπορεί να μην είχε πάρει στις αρχές του 19ουαιώνα την τελική μορφή όπως παρατηρούμε μερικές δεκαετίες αργότερα, όταν η συμβολή του αρχαίου ελληνικού κόσμου συνδέθηκε δραστικά με τα νέα πολιτικά ιδεώδη, απόρροια του ευρωπαϊκού εκδημοκρατισμού, είχε ωστόσο σφυρηλατηθεί ήδη από τον 18ο αιώνα.
Δημήτριος Δικαίος




____________________________

Βιβλιογραφία

  • P. Bahn (επιμ.), The Cambridge Illustrated History of Archaeology, C.U.P., Cambridge 1996˙
  • Γ. Πασχαλίδης, «Εισαγωγή στην έννοια του πολιτισμού» στο: Ι. Βούρτσης και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Α`: Η Έννοια του Πολιτισμού, Όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Γ. Κατσιαμπούρα, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Κιτρομηλίδης Π., 2000. Νεοελληνικός Διαφωτισμός: οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφρ. Σ. Νικολούδη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα˙
  • Δημαράς, Κ. Θ., 1998.  Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Ερμής, Αθήνα˙
  • Stoneman R., 1996. Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα (μτφρ. Ε. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη), εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα˙
  • Γ. Μαργαρίτης, «Ο οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου ελληνισμού» στο: Γ. Μαργαρίτης και άλλοι, Ελληνική Ιστορία, τ. Γ΄: Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Etienne R. & Etienne, F., 2000. Αρχαία Ελλάδα: η αρχαιολογία μιας ανακάλυψης, μτφρ. Λ. Παπαλάσκαρη, εκδ. Δεληθανάσης, Αθήνα.