Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση των Φύλλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση των Φύλλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

ΠΟΝΟΣ

Εκεί που ο ήλιος χάνεται στο δείλι 
Το τρυφερό, ξανθό του φως οπού σφαλλά 
Στο σύνορο που σβήνει το καντήλι
Και που η νυχτιά τη μέρα συναντά 

Εκεί που το γαλάζιο φως της μέρας 
Το σέρνουν τα μελανοφτέρουγα πουλιά 
Ετούτο της χρυσής μου νιότης θάν’ το γέρας 
Ν’ ακολουθήσω ονείρατα παλιά 

Σε κείνο το γλυκό το μονοπάτι 
Όπου παράξενα ανθίζουν στην καρδιά 
Τα κρίνα, που  στα χέρια του διαβάτη 
Αγκάθια να ματώνουνται  μαβιά 

Σε κείνο το παράξενο δρομάκι 
Που χρόνια τώρα με προσμένει να διαβώ 
Ανάερη η ψυχή σαν τρυφερό κλαδάκι 

Στόμα ζεστό αίμα γλυκό που ρέει 
Φιλί να δώσει αιώνιο λαχταρά 
Ώ! Πώς το θέλει η ψυχή που κλαίει!  

© Σοφία Πόταρη



Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Εμπόδια Φτερά [Της Μαρίας Ροδοπούλου]

Αγαπημένος να’ ρχεσαι
στα πένθιμα νησιά μου
Να ξεκουράζω κύματα
στων ενθυμίων τις παλάμες

Αγαπημένο να σε βλέπω
ν’ απαντάς στων ερωτημάτων μου του χάδια
Μάτια να πληγώνω
στις τραχιές του προσώπου σου πλευρές

Για λίγο τα εμπόδια φτερά σου στους ώμους μου να δένω

Ύστερα
ψηλότερος να φεύγεις
ψηλότερος από τις αποχαιρετιστήριες ακτές μου
με δάκρυ εξόριστο
στις αραιοκατοικημένες σου αφίξεις

Μαρία Ροδοπούλου



ΕΜΠΟΔΙΑ ΦΤΕΡΑ
[εκδ. Βακχικόν 2013]
Συλλογή ποιημάτων
*Η έκδοση διατίθεται ελεύθερα 
και στο διαδίκτυο (link): ΕΔΩ






Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΕΣ ΕΠΟΧΕΣ (εκδ. ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ)


ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΕΣ ΕΠΟΧΕΣ εκδόσεις ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ
Ματθαίος Ματθαιάδης (πρώτη ποιητική σπορά)


Προ της αναγνώσεως του έργου
Ξοδεύτηκε η ψυχή του ποιητή μέχρις ότου απορροφήσει νέους ανθρώπινους πνιγμούς για να πλαγιάσει και πάλι με τα γράμματα. Τώρα, είν’ η ώρα.
Μαγκιά του ποιητή, (χρέος ίσως θα ‘λεγε ο ίδιος, αν τον ρωτούσες) οι αναφορές, κατά καιρούς, στις ρίζες του. Για τις Πατρίδες, που βιάζει καθημερινά η μοδάτη αποκαθήλωση των αξιών, απ’ όλους μας.  Κατάστασις, σύμφυτη της ανημποριάς  και του παρασιτισμού μιας μερίδας επίδοξων καλαμαράδων που δε βλέπουν τίποτε πέραν της ρινός των.
Θαυμάζω τον ποιητή που γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του, τα ατσαλάκωτα κοκόρια του καιρού του, και επιδίδεται στο πολύ του λίγου.
Γουστάρω, τον ποιητή Ματθαιάδη, γιατί αγαπάει τη μάνα του, τη γη του, τα οστά του προπάππου του. Πιστέψτε με, οι ποιητές δε θ’ αλλάξουν τίποτε απ’ αυτόν τον κόσμο, αν δεν αναγνωρίσουν τη μάνα τους που τους γέννησε, ως βιολογική.
Προτείνω τούτη την έκδοση γιατί τα ξένα σωσίβια, γίνονται δικά μας, αρκεί να απλώσουμε το χέρι. 




ακολουθούν τρία ποιήματα του συγγραφέα:

Eξασθενώ

Σκόρπια φέρετρα
τα στίγματα της λέξης
φορούν στεφάνια
κόκκινης νύχτας
Aντάμα με τον θάνατο απόψε
κερνά τα χείλη του ματαίου
Φωτιά στο δάσος μνήμης άθλιας
με λύκων ουρλιαχτά
Ραψωδία
στρώνει τον δρόμο σε άγνωστη μέθη
Ακολουθεί τα χνάρια
χρόνου περασμένου
και γίνεται τύμπανο
υστερικός χορός κλονισμένης στιγμής 


Στην Παγωμένη τούντρα της Τσουκόν
γέρνει τα δάχτυλα ο χρόνος
σκάβει στο γέρμα ο ιθαγενής
φορά τομάρι τάρανδου την νύχτα
και εύχεται η προσευχή να φτάσει
σε έναν τόπο που μόνο φως και ήλιος θα την λούζει

Εξασθενώ ...

Θα πεθάνω μια μέρα
σε ένα μέρος τόσο ξένο 
Θα σβήσω το φως
και θα αιωρηθώ πάνω από τα γαλάζια παγόβουνα


Αγοραπωλησίες

Υποθέτω πως εκείνα τα δύο κάρβουνα 
αποκτούν την λάμψη της αψιάς μυρωδιάς 
όταν καλύπτει το μαύρο πέπλο 
ρυτίδες ασφάλτινες 
Η ανοιχτή στοά υποδέχεται διακριτικά τα σπίρτα 
που κυλούν στην διακορευμένη φλέβα 
ενώ απέναντι αγοράζονται κοινοποιήσεις 
Μια αόριστη οριοθέτηση 
που παραβιάζει κανόνες ευπρέπειας στο παρών 
όπως κρύβουν τα χέρια διογκωμένο σπέρμα 
Αφού το ήξερες 
η ευθύνη της μέρας δεν περιορίζεται 
και το κεντρικό σου επεκτείνεται 
πέρα από κάθε ελεγχόμενη διάθλαση 
αλλά εσύ επιμένεις 
τα ξερά χόρτα της αυλής μόνο να βοτανίζεις


Εξομολόγηση

Ένα ποσοτικά απροσδιόριστο θέλω απέμεινε 
βγάζοντας κοροϊδευτικά την γλώσσα 
η διατύπωση του -δεν μπορώ- σαφής και αμετάκλητη 
Πόσο δυνατά τραβούσαν εκείνα τα 200 και χιλιόμετρα 
τα μεθυσμένα παραλογισμό άτια 
σαν έψαχναν τις φτέρνες ταπεινά  
όταν ποθούσαν αδύναμα χάρτινα φιλιά 
παρακαλώντας να μην έρθει η λησμονιά γοργά 
Γιατί να πιστέψω τα φυλλοβόλα βήματα 
όταν μοιράζει η παλίρροια όστρακα αδειανά 

Απέμεινα νύχτας κρώξιμο 
Να βαφτίσω τον ουρανό κρασί 
και με μιας να τον πιω 
Μεθυσμένος έπειτα θα ξερνώ όσα βαραίνουν 
όσα αγκαθιασμένα βλέμματα 
και όμοια -αγαπημένε- εισέπραξα 
Μόνο φοβάμαι μην χαλάσω τις ρωγμές 
που ειρωνικά χασκογελούν 
σε κάθε έλλειψης επιστροφή 
Ο ένας είχε κόκκινο βήμα 
που χάραζε κάθε τόσο αναχωρήσεις 
ο άλλος νότες στοίχειωνε στις γραπτές απολογίες 
Ένας ακόμη
 ύστερα από μια γιορτή 
το φλογερό έλαβε φιλί της λήθης στην ασημένια φτέρνα 
Πόσα κλειδιά σκορπίζονται σε μια γουλιά ωκεανό 
πόσα κρυμμένα -σ' αγαπώ- 
κάτω από 2ωρα μαξιλάρια 


Αν αδειάσω  ουρανό 
ύστερα πού θα καρφώνω τα σπλάχνα μου;


Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Δελτίο Τύπου, 21/10/2012

Σκιά ανθρώπου
με μαγκωμένα στη μασχάλη
πρωτοσέλιδα εφημερίδων

μανταλάκια, λαθραναγνώστες,
ένα εναπομείναν κίτρινο περίπτερο

όλη η κτίση δακτυλογραφημένη
πάνω σε μια σκιά που ιδρώνει και λεκιάζει
τον Τύπο.

«Πόσο κοστίζει»;
«Σας τη χαρίζω, δωρεάν».
«Ευχαριστώ πολύ».
(κεφάλι γερμένο στην υποτέλεια)
«Προσέχετε, μην την τραντάζετε».


Είναι μακριά, αδιαφορεί, ντρέπεται.

Εφημερίδα δωρεάν, μαγκωμένη
σε ιδρωμένη μασχάλη

μπαλαντζάρει
ξεχειλίζει
χύνεται

ποτίζει ο τίτλος
με την αλήθεια του. 


Του Μπατίστα Μαλαματένιου ή επαίτη